Kι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ'την τύχη ή τις αντιξοότητες,αλλά απ'αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό " Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

Η 10ετία του '50 στο Μαντούδι (Μέρος Α' )

 Γράφει : Ο Παναγιώτης (Τάκης) Μπουλουγούρης

Το mantoudi news φιλοξενεί σε 3 ενότητες μια αφήγηση ζωής του κ.Τάκη Μπουλουγούρη, μέσα από ένα γλαφυρό και συναισθηματικό λόγο αποτυπώνοντας σαν μια ταινία ζωής που ξετυλίγεται τη 10ετία του 1950 ,στο Μαντούδι !

Αξίζει να διαβαστεί!!!



ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Παναγιώτης (Τάκης) Μπουλουγούρης γεννήθηκε το 1947 στο Μαντούδι και έζησε εκεί τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του. Φοίτησε διαδοχικά στο Δημοτικό Σχολείο Μαντουδίου, στο Δημοτικό σχολείο Μάνδρας Αττικής, στο ημερήσιο Γυμνάσιο Ελευσίνας, στην Τεχνική Σχολή Σιδηροδρόμων Πειραιά, στο Β’ Νυκτερινό Γυμνάσιο (Λύκειο) Πειραιά και στο Χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθήνας (ΕΚΠΑ). Από την ηλικία των 14 ετών άρχισε να εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές του. Εργάστηκε διαδοχικά ως βοηθός στις οικοδομές, ως μηχανοτεχνίτης στο εργοστάσιο Σιδηροδρόμων, και ως πωλητής και σερβιτόρος. Υπηρέτησε στο στρατό ως αξιωματικός Μηχανικού. Ως Χημικός εργάστηκε σε φαρμακοβιομηχανίες, στα μεταλλεία Μαντουδίου και στη Μέση Εκπαίδευση. Από 2012 είναι συνταξιούχος


                               



                              


                                                         ΜΕΡΟΣ Α'

              


 
                                                    

 

                                                         2019

                                     ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

     1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 2. ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΥΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

 3. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 4. ΓΕΩΡΓΙΑ - ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ

 5. ΑΛΛΕΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

 6.ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΣΑ

 7. ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ

                                                                  

                                       ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όσοι  ξεπεράσαμε  την 7η δεκαετία της  ζωής,  (όσοι ακόμη παραμένουμε, γιατί κάποιοι «βιαστικοί» ήδη αναχώρησαν οριστικά),  ατενίζουμε   το  μέλλον  με  κάποιο «απλανές βλέμμα».  Ξέρουμε, ότι η ζωή δεν έχει να μας   προσφέρει και  πολλά πράγματα εκτός ίσως από κάποιες  καλές οικογενειακές στιγμές.  Οι ελπίδες  και τα όνειρα  αναπτερώνονται στα πρόσωπα των παιδιών  και των εγγονιών μας,  παρέα  όμως, με έναν ενδόμυχο φόβο για το άγνωστο και απροσδιόριστο μέλλον.  Εμείς, χωρίς να το επιδιώκουμε,   στρεφόμαστε στο παρελθόν!  Η ζωή βρίσκεται εκεί πίσω. Η ταινία της ζωής μας ξετυλίγεται.  Προσπαθούμε να θυμόμαστε, τα όσα καλά ζήσαμε και να αποφεύγουμε τις άσχημες στιγμές, τις ατυχίες και τα λάθη.  Τη σκέψη μας συνοδεύουν γλυκές αναμνήσεις και ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους, που συναντήσαμε στο διάβα της ζωής μας και στάθηκαν πλάι μας, αλλά και  πικρές αναμνήσεις και παράπονα για κείνους, που στάθηκαν απέναντι μας.   Κάποιοι λίγοι, που πιστεύουν, ότι η ύπαρξή τους  ήταν σημαντική,  μπορεί να γράφουν και απομνημονεύματα. Μερικές φορές και αυτά είναι χρήσιμα.  Πολλά μπορεί κανείς να θυμάται από το παρελθόν του,  η παιδική όμως ηλικία είναι αυτή,  στην οποία η σκέψη εστιάζεται περισσότερο. Τα πρώτα 10 χρόνια της ζωής, αποτελούν την δεκαετία, που καθορίζει και σημαδεύει ανεξίτηλα κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι η ηλικία, κατά την οποία η φαντασία οργιάζει, τα ασήμαντα γίνονται σημαντικά, η ευχαρίστηση μπορεί να έλθει με ευτελή μέσα, ενώ  τα όνειρα και οι ελπίδες δεν έχουν  τέλος. Χρόνια χελιδόνια, που πετάξανε, όπως λέει και το τραγούδι. Τα πρώτα αυτά χρόνια είναι αυτά, κατά τα  οποία κανείς παρατηρεί, ακούει, βλέπει και αποκτά τις πρώτες γνώσεις και εμπειρίες, που μένουν σ’ όλη του τη ζωή. Οι παιδικές αναμνήσεις καλές ή κακές μας ακολουθούν, όσο τίποτε άλλο στη ζωή μας.

Οι συχνές «βουτιές» στο παρελθόν  και ειδικά στη δεκαετία του 50 με ώθησαν σε πιο συστηματική αναζήτηση των αναμνήσεων.  Η τάση αυτή ενισχύθηκε και από ένα γεγονός, που συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 70,  το οποίο άφησε πικρή ανάμνηση και γκρέμισε εξιδανικευμένες καταστάσεις, που είχα ζήσει τη δεκαετία του 50 ως παιδί. Αισθάνομαι την ανάγκη σε αυτό το σημείο να αφηγηθώ αυτό, που συνέβη, ξεκινώντας όμως από το λίγο πιο μακρινό παρελθόν.

Οι γονείς μου έστησαν οικογένεια στο Μαντούδι, λίγο πριν αρχίσει  η φοβερή δεκαετία του 40 με τα τόσα δεινά.  Ήμασταν ακτήμονες και το μόνο εισόδημα της οικογένειας ήταν το μεροκάματο, (όταν υπήρχε), του εργάτη μεταλλωρύχου πατέρα. Οι δυσκολίες αφάνταστες για την οικογένεια με τα τέσσερα παιδιά. Γύρω στο 1950  λειτουργούσαν τα μεταλλεία και υπήρχε δουλειά, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του 50 τα πάντα νεκρώθηκαν και οι εργάτες άρχισαν να εγκαταλείπουν  το Μαντούδι,  αναζητώντας μεροκάματο σε άλλα μέρη της Ελλάδας αλλά και στο εξωτερικό.  Για λόγους, λοιπόν, βιοποριστικούς  και η δική μου οικογένεια βρέθηκε σε ένα νέο και καθόλου ευχάριστο περιβάλλον, στη Μάνδρα Αττικής.  Μετά από 4 χρόνια φοίτησης στο Δημοτικό Σχολείο Μαντουδίου,    αναγκάστηκα να αλλάξω σχολείο και να τελειώσω   το Δημοτικό, μακριά από το Μαντούδι. Αυτή η αλλαγή συνέπεσε και με την πρόωρη απώλεια της μητέρας μας. Από δεύτερο δε γάμο του πατέρα η οικογένεια μεγάλωσε με δυο ακόμα παιδιά.  Τα πράγματα από άσχημα γίνανε χειρότερα. Μετά από μια σύντομη φοίτηση στο ημερήσιο Γυμνάσιο Ελευσίνας και λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, αναγκάστηκα να εργάζομαι στα τρένα από  μικρή ηλικία,  να φοιτήσω σε  τεχνική σχολή και σχεδόν παράλληλα να φοιτήσω  και στο νυκτερινό Γυμνάσιο (Λύκειο) στον Πειραιά.  Τελικά, στα τέλη της δεκαετίας του 60, μπήκα στο Πανεπιστήμιο, αλλά για να παρακολουθήσω τα μαθήματα, έπρεπε να εγκαταλείψω την τακτική εργασία μου  και να κερδίσω τον επιούσιο με άλλες μη τακτικές ασχολίες.  Μια μικρή βοήθεια, την οποία έδινε το πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή στους φοιτητές με περιορισμένα οικονομικά, ήταν ένα ημερήσιο κουπόνι σίτισης αξίας 20 δραχμών, με το οποίο μπορούσε κάποιος να  εξασφαλίσει περίπου ένα γεύμα στο εστιατόριο της φοιτητικής  λέσχης. Προϋπόθεση ήταν να προσκομίσει μια βεβαίωση απορίας από την ενορία  του τόπου κατοικίας.  Η βεβαίωση αυτή ήταν περισσότερο τυπική και την εξασφάλιζαν οι περισσότεροι φοιτητές και ιδιαίτερα αυτοί από την επαρχία.

Εκείνη την εποχή, τα μεταλλεία λειτουργούσαν πάλι και η οικογένειά μου επανεγκαταστάθηκε στο Μαντούδι και εγώ θεώρησα πλέον, ότι επανάκτησα τη βάση μου στον τόπο καταγωγής μου.  Εφημέριος στην ενορία του Μαντουδίου ήταν ακόμα ο γηραιός παπα-Αρίστος, ένας άνθρωπος συνυφασμένος με την παιδική μου ηλικία. Ήταν ο παππάς, που  βάπτισε  σχεδόν όλους τους συνομήλικους μου και ο παππάς κοντά στον οποίο θητεύσαμε πολλοί από εμάς, όταν παρακολουθούσαμε το «Κατηχητικό» και  ντυνόμασταν   παππαδάκια για να  βοηθήσουμε  στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Απευθύνθηκα, λοιπόν, στον παππα-Αρίστο  να μου δώσει τη βεβαίωση  απορίας, που χρειαζόμουν για το φοιτητικό συσσίτιο, όντας βέβαιος, ότι θα την έπαιρνα. Και όμως ο παππάς αυτός αρνήθηκε να μου δώσει τη βεβαίωση, με τη δικαιολογία, ότι ο πατέρας μου, ο οποίος  δεν είχε καμία δυνατότητα να διαθέσει χρήματα για μένα,  εργαζόταν εργάτης στα  μεταλλεία.   Με θεώρησε δηλαδή ο παπάς αυτός «πλούσιο», ότι εγώ είχα οικονομική άνεση  και θα ήταν «διασπάθιση του Δημοσίου χρήματος» αν το κράτος διέθετε για μένα 20 δραχμές την ημέρα. Ανήκουστο και απίστευτο, γιατί ήξερε καλά την οικογένειά μου.  Ήξερε, ότι ήμασταν μια φτωχή οικογένεια με  έξη   παιδιά και μοναδική περιουσία ένα μικρό σπίτι στην άκρη του χωριού.  Ήξερε, επίσης, πολύ καλά τη  μητέρα μας, την οποία είχαμε χάσει σε τρυφερή ηλικία  και ήταν αυτός, που είχε κάνει την κηδεία της.  Τέτοια σκληρή και απάνθρωπη συμπεριφορά δεν μπορούσα να τη διανοηθώ από υποτιθέμενο άνθρωπο του «Θεού».  Πιθανόν, αυτό να έγινε σε συνεργασία με τον τότε, πάντοτε βλοσυρό και αγέλαστο  γραμματέα της κοινότητας Μαντουδίου.  Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να   εξηγήσω τη μικροψυχία   ανθρώπων με θεσμικό ρόλο στη κοινωνία.  Εκείνη την Εποχή η εισαγωγή σε πανεπιστημιακή σχολή ήταν μια δύσκολη και επίπονη υπόθεση, γιατί τα πανεπιστήμια ήταν πολύ λιγότερα απ’ ότι είναι σήμερα και ο ανταγωνισμός πολύ έντονος. Πολύ λίγα  παιδιά από το Μαντούδι σπουδάζανε  σε πανεπιστήμια. Ενδεικτικό είναι το γεγονός, ότι αργότερα κατά την ακμή της λειτουργίας των μεταλλείων, όταν σχεδόν όλοι οι Μαντουδιανοί εργαζόντουσαν στην εταιρεία, ήμουν  ο μοναδικός εργαζόμενος Μαντουδιανός  με πανεπιστημιακό πτυχίο.  Θα περίμενε λοιπόν κανείς,  ότι  οι «κεφαλές» του χωριού θα ενθάρρυναν και θα βοηθούσαν τις προσπάθειες για σπουδές, κάτι, που ήταν αυτονόητο.  Σε αρκετά  χωριά μάλιστα  τιμούσαν ιδιαίτερα  τα παιδιά, που κατάφερναν να εισαχθούν σε πανεπιστήμια. Στο Μαντούδι όμως επικρατούσε άλλη νοοτροπία. Πιθανόν, η συμπεριφορά αυτή να ήταν επιλεκτική για την οικογένειά μου. Μπορεί ακόμα, επειδή την εποχή εκείνη μεσουρανούσε η χούντα των συνταγματαρχών,   να ήθελαν να φανούν, ότι με κάθε μέσον έστω και με αδικία υπερασπιζόντουσαν τα οικονομικά του καθεστώτος και ότι αυτοπροσδιορίζονταν ως «Φρουροί της Επανάστασης».

  Μετά την απογοητευτική απάντηση, που πήρα από τους ανθρώπους   του τόπου μου,  απευθύνθηκα στην ενορία της γειτονιάς, που έμενα, στην Αθήνα. Εξήγησα στον τοπικό παπά τι μου συνέβαινε και ζήτησα από εκείνον  να με βοηθήσει. Εμπιστευόμενος μόνο τα λόγια μου ο ιερός εκείνος παπάς μου έδωσε τη βεβαίωση, που χρειαζόμουνα. Μάλιστα, επειδή αργότερα μετακόμισα σε άλλη γειτονιά, απευθύνθηκα στη νέα ενορία για την  ανανέωση της βεβαίωσης. Και ο δεύτερος  παπάς, τιμώντας την ιερότητά του, μου έδωσε επίσης τη βεβαίωση.   Είναι  τραγικό, όταν οι υποτιθέμενοι δικοί σου άνθρωποι σε σπρώχνουν στο γκρεμό και  οι   άγνωστοι σου  δίνουν χέρι βοήθειας.

Το παράπονο για εκείνη τη συμπεριφορά εξακολουθεί να είναι έντονο και συνοδεύει τις «βουτιές» μου στο παρελθόν. 

Το Μαντούδι, λοιπόν, υπήρξε η γενέθλια γη  για μένα. Στο Μαντούδι έζησα τα πρώτα 10 χρόνια της ζωής  μου  μέχρι σχεδόν το τέλος της δεκαετίας του 50.   Όμως ο λόγος, που με ωθεί να γράψω λίγα πράγματα για την εποχή εκείνη δεν είναι μόνον, το ότι η δεκαετία αυτή συνέπεσε με τα παιδικά μου χρόνια.  Η δεκαετία του 50  και περισσότερο το πρώτο μισό της ήταν ιδιαίτερα σημαντική  για το Μαντούδι, αλλά λίγο πολύ και για την υπόλοιπη Ελλάδα,  γιατί το τέλος της σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή.  Στην επόμενη ενότητα κάνω μια επιγραφική αναφορά στην Ιστορία της Ανθρωπότητας και εξηγώ γιατί η δεκαετία του 50 ήταν σημαντική για το Μαντούδι.

  Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να ανακαλέσω στη μνήμη μου τόπους, ανθρώπους, γεγονότα, καταστάσεις και να τα μεταφέρω στο γραπτό μου. Ο φωτογραφικός εμπλουτισμός του κειμένου είναι δυστυχώς  φτωχός, γιατί την εποχή εκείνη ο φωτογραφικός φακός ήταν δυσεύρετος και ακριβός.    Έτσι η όλη προσπάθεια θα βασιστεί κυρίως στον γραπτό λόγο, ελπίζοντας, ότι θα γίνει ανεκτός. Τα κείμενα θα εμπλουτιστούν με λίγες φωτογραφίες σχετικές με την Εποχή, αλλά δεν θα είναι κατ' ανάγκην άμεσα σχετιζόμενες με  τον τόπο. Θα  υπάρχουν σύγχρονες φωτογραφίες αντικειμένων της Εποχής εκείνης, καθώς και άλλες δανεισμένες από έντυπα, ημερολόγια και το διαδίκτυο.  Αυτό το πισωγύρισμα και η καταγραφή καταστάσεων και γεγονότων εκείνης της εποχής δεν αποτελεί ιστορική μελέτη.  Είναι μια προσωπική παρόρμηση. Περισσότερο γράφω για μένα και πιθανόν να υπάρχουν και κάποιες παραλήψεις ή να γράφονται πράγματα ασήμαντα, προσωπικού ενδιαφέροντος, ή να γράφονται άλλα ευρέως γνωστά.  Αν τώρα, ότι γράφω, μπορεί να συγκινήσει νεότερους, που θέλουν  να μάθουν και παλιούς που θέλουν να θυμηθούν, θα είναι μια επιπλέον ικανοποίηση. Γίνεται δε και μια προσπάθεια να συνδεθούν τα γεγονότα και οι καταστάσεις με το παρελθόν αλλά και αυτά, που ακολούθησαν και πλέον είναι γνωστά.

 

                                                  Π.Μ.            ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

Σημείωση: Η συγγραφή των  κειμένων τελείωσε το 2019. Η δημοσίευση στο διαδίκτυο έγινε το 2022 με κάποιες διορθώσεις και συμπληρώματα.

               


                 ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ 

 Όπως μας λένε οι  επιστήμονες, ο άνθρωπος  είναι  αποτέλεσμα  μιας μακρόχρονης διαδικασίας, της εξέλιξης του φαινόμενου της ζωής, δηλαδή της ύπαρξης όντων, τα οποία γεννώνται, τρέφονται, με τη βοήθεια του νερού και του αέρα ζουν, αναπτύσσονται, αναπαράγονται και πεθαίνουν. Η ζωή εμφανίστηκε στη Γη με ατελείς μορφές στην αρχή, που  στη συνέχεια άρχισαν να εξελίσσονται και να αλλάζουν. Γενικά, τα έμβια όντα  εντάσσονται σε δυο κατηγορίες τα φυτά και τα ζώα, ενώ υπάρχει και μια  τρίτη, αυτή των μικροοργανισμών, που λειτουργούν με   έναν  ιδιαίτερο τρόπο.  Ο άνθρωπος με τη βιολογική έννοια ανήκει στα ανώτερα ζώα, που θεωρούνται οι πιο τέλειες μορφές ζωής. Η Γη αποτελεί λοιπόν το φυσικό περιβάλλον των ανθρώπων αλλά και των υπολοίπων έμβιων όντων και είναι  ένα πολύ μικρό κομμάτι της Φύσης, στην οποία περιλαμβάνεται οτιδήποτε είναι υπαρκτό. Τα πάντα στη Φύση  βρίσκονται  σε μια συνεχή και αέναη μεταβολή και κίνηση. Τίποτα δεν μένει στάσιμο. «Τα πάντα ρει», όπως έλεγε και ο μεγάλος διανοητής Ηράκλειτος. Η Γη αποτελεί ένα αιωρούμενο κινούμενο σώμα (πλανήτης), κομμάτι ενός μεγαλύτερου συγκροτήματος, του ηλιακού συστήματος, και αυτό με τη σειρά του είναι κομμάτι ενός ακόμα μεγαλύτερου συγκροτήματος του γαλαξία και ο γαλαξίας κομμάτι του αχανούς και ακατάληπτου σύμπαντος!. Οι συνθήκες, που επικρατούν στη Γη, υποστηρίζουν τη ζωή, κάτι που δεν συμβαίνει σε κοντινά παρόμοια ουράνια σώματα, ενώ για τα μακρινά οι επιστήμονες δεν μπορούν ακόμα να πουν κάτι συγκεκριμένο.  Το σημαντικό για τον άνθρωπο είναι, το αν και από απόψεως σύστασης και λειτουργίας μοιάζει με τα  υπόλοιπα έμβια όντα της φύσης, και ιδιαίτερα των λεγομένων ανώτερων ζώων, διαθέτει  κάποια στοιχειώδη χαρακτηριστικά, που  τον διαφοροποιούν σε υπέρτατο βαθμό από τα υπόλοιπα ζώα. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι:

1. Η  ικανότητα ευφυούς σκέψης και συναισθημάτων 

2. Ο προφορικός  λόγος,  με τον οποίο οι σκέψεις εκφράζονται με ήχους, που διαμορφώνονται στην κοιλότητα του στόματος και μεταβιβάζονται από το ένα άτομο στο άλλο.  

3. Η δυνατότητα να   κατασκευάζει και να   χρησιμοποιεί   εργαλεία με τα οποία  μπορεί να κάνει παρεμβάσεις στη Φύση. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται από την ανατομία του σώματος του  και τις αισθήσεις του (Όραση, ακοή, όσφρηση γεύση αφή) με τις οποίες  επικοινωνεί με το περιβάλλον.  

Από τα υπόλοιπα ζώα ελάχιστα επιδεικνύουν, υποτυπωδώς, ανάλογες ικανότητες. Βεβαίως πολλά ζώα διαθέτουν άλλου είδους  ικανότητες σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τον άνθρωπο, όπως αντοχή, μυϊκή δύναμη, ταχύτητα κίνησης, δυνατότητες αναρρίχησης, όπως επίσης και αυξημένες ικανοτήτες των αισθήσεων τους. Οι βασικές ανάγκες όλων των έμβιων όντων είναι ο αέρας, το νερό και η τροφή. Τα φυτά είναι ακίνητα και ζουν σε τόπους,  όπου το έδαφος, ο αέρας και ο  ήλιος τους ικανοποιούν τις ανάγκες τους και  σε περίπτωση, που αυτό δεν είναι δυνατό, απλώς πεθαίνουν. Τα ζώα και ο άνθρωπος  αναζητούν  αέρα, νερό  και τροφή. Ο αέρας υπάρχει παντού και η πρόσβαση στο νερό είναι σχετικά εύκολη.  Η τροφή τους,  όμως,  προέρχεται από φυτά ή άλλα ζώα.  Ως εκ τούτου,  τα ζώα συνεχώς  αγωνίζονται για να συλλέξουν την τροφή τους, είναι δηλαδή τροφοσυλλέκτες,  και αγωνιούν  να μη γίνουν τα ίδια τροφή άλλων ζώων. Ο «ανταγωνισμός»  των έμβιων όντων γενικά είναι συνεχής, αδυσώπητος, ανελέητος και ισχύει πάντοτε το «ο δυνατότερος και ανθεκτικότερος επιβιώνει».  Μερικά ζώα είναι «τυχερά» και δεν αποτελούν τροφή για άλλα. Ανήκουν στη λεγόμενη κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Ο άνθρωπος δεν είναι από τους «τυχερούς». Ως τροφοσυλλέκτης είχε και αυτός την ίδια αγωνία. Όμως, με την ευφυΐα ανέπτυξε αυτό, που λέμε τεχνολογία και   κατάφερε να εξασφαλίσει πιο εύκολα την τροφή του, να ανταγωνίζεται ζώα δυνατότερα και μεγαλύτερα σε μέγεθος και να αναρριχηθεί στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας.  Η επινόηση και χρήση εργαλείων, η χρήση της φωτιάς  του επέτρεψαν να βελτιώσει τον τρόπο επιβίωσης και διαβίωσης. Χρειάστηκαν, όμως,  παρά πολλά χρόνια για να εξελιχθούν οι πρωτόγονοι άνθρωποι σε νοήμονες ανθρώπους, όπως τους ξέρουμε σήμερα. Ο σύγχρονος άνθρωπος    (Homon Sapiens) υπάρχει για χρονικό διάστημα   πολύ  μικρό  για τα δεδομένα της φύσης. Πρακτικά η κατάσταση άλλαξε ριζικά, όταν ανέπτυξε τεχνολογία, που του επέτρεψε να περιορίσει την τροφοσυλλογή και να παράγει την τροφή του, καλλιεργώντας το έδαφος και φροντίζοντας ζώα. Πρόκειται για τον πρώτο σημαντικό σταθμό στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Ουσιαστικά, από τότε άρχισε να αναπτύσσεται αυτό, που λέμε  πολιτισμός. Υπολογίζεται, ότι ουσιαστικός πολιτισμός άρχισε να αναπτύσσεται πριν περίπου 10-12 χιλιάδες χρόνια,  δηλαδή πρόκειται για «ελάχιστο» χρονικό διάστημα. Όπως τίποτα στη Φύση δεν παραμένει σταθερό, έτσι και ο ανθρώπινος   πολιτισμός βρίσκεται σε μια   συνεχή μεταβολή και εξέλιξη. Βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού είναι:

Α. Ο αυτοπροσδιορισμός της ανθρώπινης  ύπαρξης και η διαμόρφωση  ιδεών  και πνευματικών-ηθικών  αξιών. 

Β. Ανάπτυξη κοινωνικού τρόπου ζωής, δημιουργία κοινωνικών δομών και μεθόδων διαχείρισης της κοινωνίας

Γ. Παρατήρηση και μελέτη της λειτουργίας της Φύσης και ανάπτυξη τεχνολογίας.  

Δ. Ανάπτυξη παιδείας, με την οποία μεταβιβάζονται άμεσα οι γνώσεις και οι εμπειρίες.  

Ε. Καλλιτεχνική και πνευματική έκφραση-δημιουργία

 Τα πέντε αυτά βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού βρίσκονται σε μια συνεχή σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ τους. Θεωρώ, όμως, ότι η τεχνολογία είναι η πιο σημαντική και επηρεάζει, δραματικά, τα υπόλοιπα χαρακτηριστικάΗ επινόηση μάλιστα του γραπτού λόγου, δηλαδή της περιγραφής και διάδοσης των σκέψεων με μικρά σχήματα-σύμβολα, τα γράμματα, είναι η θεμελιώδης τεχνολογική εφαρμογή, που συνετέλεσε τα μέγιστα στη συντήρηση και την ανάπτυξη όλων των χαρακτηριστικών του πολιτισμού. Η καθημερινή ενασχόληση και εμπειρία του ανθρώπου συμβάλλει στην πρόοδο της τεχνολογίας και την απόκτηση γνώσεων.    Σημαντικές και θεμελιακές όμως καινοτομίες είναι αποτέλεσμα εργασίας κάποιων σημαντικών ανθρώπων, τους οποίους η Φύση προίκισε με εξαιρετική    ευφυΐα, επιμονή  και υπομονή.   Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας ο άνθρωπος    παρεμβαίνει  και αλλοιώνει τη Φύση και  δημιουργεί το λεγόμενο ανθρωπογενές περιβάλλον. Χρησιμοποιεί τους πόρους, που παρέχει η Φύση και με αυτούς επινοεί και αναπτύσσει μέσα και μεθόδους με τις οποίες,  εξασφαλίζει τροφή και προστασία διαμορφώνοντας τον δικό του τρόπο επιβίωσης και διαβίωσης. 

  Μετά την πρώτη καινοτομία του πολιτισμού, αυτή δηλαδή της παραγωγής τροφής,  αρχίζει να διαμορφώνεται μια άλλη κατάσταση.   Αρχίζει μόνιμη εγκατάσταση, αξιοποίηση των φυσικών πόρων και παραγωγή «αγαθών» τόσο σε υλική όσο και σε άυλη μορφή.  Η αναγκαστική ανταλλαγή αγαθών δημιουργεί αλληλεξαρτήσεις και ενισχύει τις κοινωνικές δομές, που μεγαλώνουν και σταδιακά αποκτούν τη μορφή, που σήμερα ξέρουμε.  Σε κάθε γεωγραφική περιοχή δημιουργούνται διαφορετικές  κοινωνίες, προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις βασικό κύτταρο κάθε κοινωνίας είναι η οικογένεια. Δυστυχώς,  ούτε η σωματική δύναμη, ούτε η διανοητική ικανότητα, αλλά ούτε και το ψυχικό σθένος είναι ίδια  σε όλους τους ανθρώπους.  Η κοινωνικότητα του ανθρώπου είναι αδήριτη ανάγκη, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων βασίζονται στη σύγκρουση, στον  άκρατο ανταγωνισμό και στο αίσθημα επικυριαρχίας, καθιστώντας τις  κοινωνικές σχέσεις και δομές πολύπλοκες.  Βεβαίως,  υπάρχει μια συνεχής προσπάθεια θέσπισης κανόνων  και επιβολής ηθικών αξιών με σκοπό την αρμονική συνύπαρξη και την συνεννόηση των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα της διανόησης και της προσπάθειας ορισμένων ιδιαίτερα ικανών και φωτισμένων ανθρώπων. Η πρόοδος όμως είναι πολύ μικρή. Τουλάχιστον έχουν διατυπωθεί τα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου και θεωρητικά   γίνεται προσπάθεια να γίνονται σεβαστά.  Υπάρχει βελτίωση,  αλλά και πάλι η ισχύς επιβάλλεται έστω και με διαφοροποιημένο τρόπο.      Όλες οι κατά τόπους  κοινωνίες διαμορφώνονται πυραμιδικά  κατά ανισότιμο τρόπο, και η συμμετοχή των ανθρώπων σε όλες τις κοινωνικές  διαδικασίες είναι τελείως ανισότιμη. Μια πυραμίδα, που θα απεικόνιζε την κοινωνική δομή, δεν θα ήταν κανονική, αλλά θα  είχε πλατιά βάση και πολύ ψηλή και οξεία κορυφή. Φοβερά άνιση είναι και η κατανομή   και των φυσικών πόρων και των παραγομένων αγαθών. Η ιδιοκτησία αγαθών, μέσων παραγωγής  και φυσικών πόρων εξακολουθεί να είναι η υπέρτατη αξία για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων. Μάλιστα, μέχρι και πρόσφατα  ακόμα και άνθρωποι αποτελούσαν αντικείμενα ιδιοκτησίας άλλων ανθρώπων.   Σε κάθε γεωγραφική περιοχή οι συνθήκες είναι διαφορετικές και οι κοινωνίες   διαμορφώνουν  τα δικά τους πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Διαφορετικός τρόπος επικοινωνίας (γλώσσα), διαφορετικές αξίες, διαφορετική οργάνωση. Αυτό οδηγεί στη δημιουργία της έννοιας του Έθνους, της Πατρίδας και του Κράτους, που μαζί με την Θρησκεία αποτελούν την ταυτότητα μιας κοινωνίας. Η πυραμιδική όμως μορφή των κοινωνιών και η άσκηση βίας είναι κοινό γνώρισμα παντού. Σήμερα, παρά την πρόοδο, που έχει παρατηρηθεί, η  Ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια οξύμωρη κατάσταση. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες των πολλών και αδύναμων ανθρώπων, γιατί δεν μπορεί να ικανοποιήσει την απληστία των λίγων και δυνατών.  Ένα σημαντικό κομμάτι των τεχνολογικών εφαρμογών εξυπηρετεί ακριβώς τον ανταγωνισμό και την επικυριαρχία, όχι μόνο μεταξύ ανθρώπων της ίδιας κοινωνίας αλλά και μεταξύ διαφορετικών κοινωνιών. Ο πόλεμος είναι πάντοτε παρών και τα όπλα, δηλαδή τα τεχνολογικά μέσα άσκησης βίας, κατέχουν σημαντική θέση. Πολλές φορές οι πολεμικές και όχι οι κοινωνικές ανάγκες  είναι αυτές που «σπρώχνουν» τις τεχνολογικές εξελίξεις.    «Πόλεμος πάντων πατήρ»,  έλεγε επίσης ο Ηράκλειτος.

  Αρχική, βασική ενασχόληση των ανθρώπων ήταν η καλλιέργεια της γης και η φροντίδα ζώων, με τα οποία εξασφάλιζαν το βασικότερο αγαθό, την τροφή. Ακολούθησε,  στη συνέχεια,  η μεταποιητική δραστηριότητα.  Δηλαδή, μετατροπή των πρωτογενών προϊόντων,  αυτών δηλαδή, που προέρχονται   από τη φύση  σε χρήσιμα δευτερογενή αγαθά με σκοπό τις καλύτερες συνθήκες καθημερινής διαβίωσης.  Τέλος,  ακολούθησαν  οι υπηρεσίες. Οι δραστηριότητες ανθρώπων, που δεν αφορούν παραγωγή, αλλά  την εξυπηρέτηση της παραγωγής και της καθημερινής διαβίωσης. Οι  μεταφορές, το εμπόριο, η εκπαίδευση, η διοίκηση-διαχείριση, η διασκέδαση  κλπ έγιναν αναγκαίες δραστηριότητες  στα πλαίσια του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού.    

Η τεχνολογία, το βασικότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου πολιτισμού,  στηρίζεται στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων. Φυσικοί πόροι είναι τα υλικά σώματα  και η ενέργεια. Πηγές φυσικών πόρων είναι το έδαφος, το υπέδαφος, το νερό, ο αέρας  και η βιομάζα. Τα υλικά σώματα υφίστανται επεξεργασία, για  να μεταποιηθούν και χρησιμοποιηθούν. Το υπέδαφος εμπεριέχει σημαντικά αποθέματα πρωτογενών υλικών, τα οποία, όμως, δημιουργήθηκαν από τη Φύση με μακροχρόνιες διαδικασίες. Η εντατική χρήση μιας πηγής του υπεδάφους προδιαγράφει και την σύντομη εξάντληση των αποθεμάτων της.  Θεωρούμε, δηλαδή, τις πηγές του εδάφους μη ανανεώσιμες.  Σημαντικοί σταθμοί στην τεχνολογική εξέλιξη ήταν  η αξιοποίηση των φυσικών υλικών, όπως των διαφόρων πετρωμάτων, του ξύλου των δένδρων, των δερμάτων και των οστών των ζώων των φυτικών και ζωικών ινών, καθώς  και η παραγωγή βασικών υλικών, που προήλθαν από επεξεργασία και μεταποίηση φυσικών υλικών,   όπως τα μέταλλα, ο πηλός,  το γυαλί κλπ. Η τεχνολογική εξέλιξη προσέφερε στη συνέχεια  και άλλα σημαντικά υλικά, όπως το χαρτί και  το  πλήθος των  συνθετικών  υλικών, που είναι γνωστά σήμερα. Τον τελευταίο δε αιώνα τα πιο σημαντικά συνθετικά υλικά είναι τα πλαστικά, που έχουν κυριολεκτικά κατακτήσει τον κόσμο.   Ένα σπουδαίο κομμάτι της τεχνολογίας αφορούσε τη φροντίδα του ίδιου του οργανισμού του ανθρώπου αλλά και των ζώων και των φυτών, δηλαδή την υγεία.  Τη φροντίδα της υγείας βοήθησε η παραγωγή γενικά ιαμάτων, τα οποία είναι τόσο φυσικά όσο και συνθετικά υλικά.  Τις μεταφορές διευκόλυναν  η επινόηση του τροχού και των οχημάτων καθώς και η κατασκευή σκαφών, που επέπλεαν στο νερό και μπορούσαν να κινηθούν πιο εύκολα.  

Το δεύτερο σκέλος της τεχνολογίας είναι η ενέργεια,  που είναι μια έννοια, που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, όπως συμβαίνει με τα υλικά σώματα, αλλά είναι πανταχού παρούσα.  Κάθε μεταβολή, που συμβαίνει στη φύση, στην ουσία είναι ένα «πάρε-δώσε» ενέργειας και συνεπώς κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου  απαιτεί ενέργεια. Π.χ το τσαπί είναι ένα εργαλείο κατασκευασμένο από ύλη. Η κατασκευή του τσαπιού απαιτεί  θερμότητα   (θερμική ενέργεια) και  για να σκάψει το έδαφος χρειάζεται, να αποκτήσει κίνηση (κινητή ενέργεια). Η ενέργεια δεν παράγεται από το μηδέν, ούτε καταστρέφεται, αλλά, παρέχεται από τη φύση και συνεχώς μετακινείται ή αλλάζει μορφή, προκαλώντας συγχρόνως μεταβολές στην ύλη των σωμάτων, χωρίς να την εξαφανίζει.  Κάθε σύστημα, που δέχεται ενέργεια και αποδίδει ενέργεια το λέμε γενικώς Μηχανή. Επομένως η μεταποίηση υλικών, η παραγωγή προϊόντων, οι μεταφορές αλλά και κάθε καθημερινή δραστηριότητα απαιτούν τη χρήση Ενέργειας.   Η Φύση  παρέχει τόσο τα υλικά   σώματα, όσο και την Ενέργεια, είτε με άμεσο τρόπο  από το υπέδαφος, τις θάλασσες, το νερό και τον αέρα, είτε εμμέσως, μέσω των βιολογικών διαδικασιών, που συμβαίνουν στα ζώα και τα φυτά. Η ύπαρξη  όλων των έμβιων όντων πάνω στη Γη στηρίζεται, ακριβώς, στην ενέργεια, που  ακτινοβολεί ο Ήλιος, δηλαδή, το κεντρικό ουράνιο σώμα του συστήματος, στο οποίο ανήκει η Γη.  Με την ενεργειακή σημασία και τα έμβια όντα είναι «μηχανές»,  που παίρνουν ενέργεια μέσω της τροφής τους  και αποδίδουν ενέργεια. Ο Ήλιος είναι  η  μεγάλη πηγή ενέργειας και ο χαρακτηρισμός  ζωοδότης Ήλιος  είναι κυριολεκτικός.

 Οι πρώτες και πιο συνηθισμένες τεχνολογικές ενεργειακές ανάγκες ήταν και είναι η θέρμανση (θερμική ενέργεια),  μεταφορά και κάθε κίνηση (κινητική ενέργεια) και φως (φωτεινή ενέργεια).  Ο Ήλιος είναι η πρώτη άμεση και αστείρευτη πηγή θερμότητας, αλλά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί και να αξιοποιηθεί τεχνολογικά με εύκολο τρόπο. Οι σημαντικές ποσότητες θερμότητας, που χρειαζόταν ο άνθρωπος  προερχόταν  αποκλειστικά από καύση βιομάζας, δηλαδή ξύλων. Για αιώνες,  την κινητική ενέργεια, που χρειαζόταν, παρήγαγε, ο ίδιος ο άνθρωπος με τους μύες του, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα παραγόταν από ζώα, (κυρίως άλογα, γαϊδούρια και βόδια), που από κάποιο πρώιμο χρονικό σημείο εξημερώθηκαν και αποτέλεσαν  βασικό συνεργάτη του και συνοδοιπόρο στη ζωή του.  Σε πολύ μικρότερη κλίμακα χρησιμοποιήθηκε η ροή του νερού (υδρόμυλοι) και  ο άνεμος (ανεμόμυλοι, πανιά πλοίων).  Η παραγωγή φωτός γινόταν με καύση  φυτικών και ζωικών προϊόντων (λίπη, έλαια, κεριά, δάδες). 

  Η κλιμάκωση των δραστηριοτήτων των ανθρώπων (παραγωγή, μεταποίηση, μεταφορές κλπ) απαιτούσαν μεγάλα ποσά ενέργειας, τα οποία όμως δεν ήταν διαθέσιμα. Έτσι, η εξέλιξη της τεχνολογίας ήταν αργή για πολλούς αιώνες.  Ο δεύτερος σημαντικός σταθμός στην ιστορία της τεχνολογίας ήταν η επινόηση της μηχανής, που μετέτρεπε τη θερμική σε κινητική ενέργεια. Εκτός από τα ξύλα υπήρχαν και υπάρχουν στα έγκατα της Γης μεγάλες ποσότητες γαιανθράκων, δηλαδή δάση, που απολιθώθηκαν με διαδικασία εκατομμυρίων ετών,  τα οποία  μπορούσαν να καούν και να δώσουν μεγάλες ποσότητες θερμότητας.  Υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα μεγάλες ποσότητες γαιανθράκων,  αλλά, επειδή είναι  θαμμένοι στα έγκατα  της  Γης,  άργησε η  συστηματική χρήση τους. Οι προσπάθειες παραγωγής κίνησης από θερμότητα είχαν ξεκινήσει κατά την Ελληνική αρχαιότητα, αλλά η ατμομηχανή, που  επινοήθηκε τον 18ο αιώνα,   ήταν αυτή με  την οποία μπορούσε    να παραχθεί και να χρησιμοποιηθεί  κινητική ενέργεια σε μεγάλες ποσότητες, πράγμα, που επέτρεψε τελικά την κλιμάκωση των ανθρώπινων  δραστηριοτήτων. Σήμερα με τον όρο «μηχανή» εννοούμε, κυρίως τα συστήματα που μετατρέπουν θερμότητα σε κίνηση και έτσι η εξέλιξη αυτή ονομάστηκε  μηχανοποίηση των δραστηριοτήτων. Στο εξής η «Μηχανή» αποκτά κυρίαρχο ρόλο στη ζωή του ανθρώπου.    Σχεδόν μοναδική πηγή θερμότητας για την ατμομηχανή υπήρξε η καύση γαιανθράκων. Η κατασκευή της Ατμομηχανής συνέβαλε στη δυνατότητα παραγωγής αγαθών σε μεγάλη κλίμακα και σηματοδότησε  τη λεγόμενη Βιομηχανική Επανάσταση, την οποία ακολούθησαν  ραγδαίες μεταβολές.  Αργότερα, η «μηχανοποίηση» πέρασε και στις μεταφορές, που πλέον έγιναν πιο μαζικές. Μεγάλη ώθηση στην παραγωγή κίνησης έδωσε η αξιοποίηση του υγρού πετρελαίου και του φυσικού αερίου, που είναι και αυτές  απολιθωματικές   καύσιμες ύλες,  Τα υλικά αυτά  βρέθηκαν σε μεγάλες ποσότητες στο υπέδαφος, οδήγησαν τον 19ο αιώνα στην επινόηση της μηχανής εσωτερικής καύσης, που μετέτρεπε με ακόμα πιο εύκολο τρόπο την θερμότητα, που προερχόταν από καύση  υγρών προϊόντων πετρελαίου και φυσικού αερίου,  σε κίνηση. Από το πετρέλαιο, επίσης, παράγεται πλήθος σημαντικών συνθετικών υλικών, όπως  τα πλαστικά, φάρμακα υφάσματα  κλπ.      Μια ακόμα πιο σημαντική εξέλιξη ήταν η αξιοποίηση του Ηλεκτρισμού-Μαγνητισμού.  Επινοήθηκε  η  γεννήτρια, που μετατρέπει  την κίνηση σε ηλεκτρισμό. Ο ηλεκτρισμός είναι μια μορφή ενέργειας, που ενώ δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, έχει το μεγάλο πλεονέκτημα, να μεταφέρεται γρήγορα και εύκολα  με απλούς μεταλλικούς αγωγούς και στη συνέχεια να μετατρέπεται, επίσης εύκολα, σε κίνηση, θέρμανση, φως κλπ.   Ο ηλεκτρισμός-μαγνητισμός  είναι επίσης  ένα σημαντικό μέσο επεξεργασίας αποθήκευσης αλλά και αστραπιαίας μεταφοράς πληροφοριών, όχι μόνο σε όλο τον πλανήτη αλλά και εκτός αυτού. Ο ηλεκτρισμός παράγεται, κυρίως, από τις θερμικές μηχανές και επομένως, έμμεσα, κύρια πηγή του ηλεκτρισμού είναι οι γαιάνθρακες και το πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Στα μέσα του 20ου αιώνα, υπήρξε ένας άλλος σημαντικός τεχνολογικός σταθμός, όταν άρχισε η παραγωγή Ατομικής Ενέργειας  από τη διάσπαση των ατόμων, δηλαδή των στοιχειωδών δομικών στοιχείων της ύλης, ορισμένων υλικών, η οποία απέδιδε μεγάλα ποσά θερμικής ενέργειας. Αρχικά, η Ατομική λεγόμενη ενέργεια χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής και στη συνέχεια με ελεγχόμενη διάσπαση παράχθηκε θερμότητα, που μπορούσε να μετατραπεί σε κίνηση και στη συνέχεια ηλεκτρισμό. Ανάλογη είναι και η λεγόμενη Πυρηνική σύντηξη, που παράγει τεράστια ποσότητα θερμότητας και η οποία μέχρι τώρα είναι συνυφασμένη με την κατασκευή καταστρεπτικών όπλων.  Σήμερα, που οι ανάγκες σε ηλεκτρισμό είναι τεράστιες, χρησιμοποιείται συμπληρωματικά η πτώση νερού  και η κίνηση του αέρα αλλά και συστήματα, που μετατρέπουν κατ’ ευθείαν την ηλιακή σε ηλεκτρική ενέργεια.  

 Όλα αυτά οδήγησαν,  αφενός, στη συνεχή  διεύρυνση των γνώσεων μας για τη Φύση, αλλά και  σε μια εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας με γεωμετρικό ρυθμό σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Συνεχώς επινοούνται και παράγονται προϊόντα, τα οποία συνεχώς είτε βελτιώνονται, είτε αντικαθίσταται με νέα. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός των μεταβολών είναι τέτοιος, που ένα τεχνολογικό επίτευγμα χάνει πολύ σύντομα την αξία του, γιατί υπερκαλύπτεται από άλλο νεότερο, πιο αποτελεσματικό. Η συνεχιζόμενη ανάπτυξη  τεχνολογικών εφαρμογών δημιουργούν ανάγκες για τον άνθρωπο, που πριν δεν είχε συνειδητοποιήσει, ότι έχει.  Η ανάπτυξη της τεχνολογίας ήταν στην αρχή εμπειρική. Η  τεχνολογία βοήθησε στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και στη συνέχεια η επιστημονική γνώση βοήθησε ακόμα περισσότερο την Τεχνολογία. Τελευταίο σημαντικό τεχνολογικό επίτευγμα  είναι η  αξιοποίηση των ιδιοτήτων  του Ηλεκτρισμού με αποτέλεσμα την επινόηση της Τεχνητής νοημοσύνης, και την κατασκευή των απαραιτήτων πια υπολογιστών. Όλα αυτά τα επιτεύγματα  έχουν σαν αποτέλεσμα την δραματική αλλαγή στον τρόπο ζωής του ανθρώπου. Ένας τρόπος, που για τον σύγχρονο άνθρωπο των λεγομένων ανεπτυγμένων περιοχών της Γης θεωρείται αυτονόητος, αλλά για τον άνθρωπο του παρελθόντος τελείως φανταστικός. Όπως ήταν φυσικό, οι σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις επηρέασαν εξίσου και τις κοινωνικές εξελίξεις. Βεβαίως, τίποτε δεν είναι «τζάμπα» στη  Φύση, η οποία λειτουργεί με το δικό της τρόπο και για κάθε «δράση» υπάρχει και η αντίδραση.  Η μεγάλη αυτή «ανάπτυξη» έχει δημιουργήσει άλλα πολύ μεγάλα  προβλήματα, με τα οποία σήμερα είναι αντιμέτωπη η Ανθρωπότητα.  Μπορεί δηλαδή, η Τεχνολογική ανάπτυξη να διευκολύνει τη διαβίωση του ανθρώπου, αλλά το τίμημα, που καλείται να πληρώσει, είναι πολύ ακριβό. Η παραγωγή χρήσιμων προϊόντων και ενέργειας σημαίνει κατ’ αρχήν εξάντληση των  μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, αλλά  συγχρόνως και παραγωγή ρύπων, δηλαδή υλικών, που είναι επιβλαβή για όλα τα έμβια όντα και επομένως για τον ίδιο τον άνθρωπο, που προκαλούν σοβαρές αλλοιώσεις και στο φυσικό περιβάλλον. Επί πλέον, η αναπτυσσόμενη τεχνολογία αυξάνει τις ανάγκες σε φυσικούς πόρους και εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ανθρώπων. Ο ανταγωνισμός στη συνέχεια ωθεί στην ανάπτυξη  και παραγωγή περισσότερων και πιο καταστρεπτικών όπλων.   Ο πόλεμος ήταν πάντα ο πρώτος «ωφελούμενος» από κάθε τεχνολογική πρόοδο. Σήμερα, υπάρχουν τόσα πολλά και καταστρεπτικά  όπλα, που προκαλούν απαισιόδοξες προβλέψεις.  

Η Τεχνολογική ανάπτυξη  ήταν σταδιακή   και με ρυθμό μη σταθερό. Στη διάρκεια του   19ου  αιώνα υπήρξαν πολλές τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά η ριζική αλλαγή ξεκίνησε με  την αρχή του 20ου αιώνα, του φοβερού αυτού αιώνα, ο οποίος είχε απ’ όλα. Εκτός από την τεχνολογική ανάπτυξη είχε   καταστρεπτικούς πολέμους και μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Με την έναρξη του αιώνα, άρχισε σταδιακά,  η πλήρης μηχανοποίηση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής, των χερσαίων, θαλασσίων αλλά και εναερίων μεταφορών,  των καθημερινών επαγγελματικών και οικιακών αναγκών αλλά και του πολέμου. Παράλληλα, επινοούνται πλήθος νέων υλικών και μέσων, με τα οποία αλλάζει ο τρόπος της καθημερινής διαβίωσης. Όπως ήταν φυσικό, η ανάπτυξη ξεκίνησε από τις προηγμένες ισχυρές χώρες και σταδιακά εξαπλώθηκε προς τις λιγότερο ισχυρές και από τα αστικά κέντρα προς την επαρχία. Ο βαθμός, δηλαδή, της ανάπτυξης κάθε περιοχής εξαρτάται και από το χρονικό εξελικτικό στάδιο, αλλά και από τη θέση της στην Παγκόσμια σκηνή.  

Η Ελλάδα, ως μια περιφερειακή χώρα με μικρή ως κράτος ιστορία ύπαρξης, με ένα μακροχρόνιο και βασανισμένο παρελθόν και με πολλά προβλήματα, άργησε πολύ να μπει στο δρόμο της ανάπτυξης και φυσικά τα επαρχιακά της τμήματα άργησαν, ακόμα περισσότερο. Στις αρχές της δεκαετίας του 50  στα επαρχιακά τμήματα της χώρας και στο Μαντούδι φυσικά, λίγο είχαν αλλάξει τα πράγματα  σε σχέση με τον προηγούμενο αιώνα. Εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς τεχνολογικές πρακτικές, που για αιώνες ακολουθούσαν οι άνθρωποι.  Κύρια πηγή θερμότητας ήταν η καύση ξύλων, ενώ η μυϊκή δύναμη των ίδιων των ανθρώπων   και των ζώων έδινε την ενέργεια για κάθε καθημερινή εργασία. Για φως καίγανε κεριά, λάδια και δαδιά, αλλά και κάποια «καινούργια υλικά», προϊόντα του πετρελαίου.  Μέχρι τότε, η συμμετοχή των μηχανικών μέσων ήταν ασήμαντη. Με το τέλος της δεκαετίας του 50 αρχίζει  η  εκμηχάνιση όλων των δραστηριοτήτων.  Αναμορφώνεται  το οδικό δίκτυο και αναπτύσσονται τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, ύδρευσης και επικοινωνιών.  Τα πάντα αλλάζουν και η ζωή αλλάζει.  Μάλιστα, την ίδια εποχή,  εντατικοποιήθηκε  η  αξιοποίηση των μεταλλευτικών κοιτασμάτων, που υπήρχαν στην περιοχή, πράγμα, που επιτάχυνε την αλλαγή  στο Μαντούδι σε σχέση με άλλες ανάλογες περιοχές της Ελλάδας.  Εμείς, που ζήσαμε αυτή τη δεκαετία, αισθανόμαστε, ότι έχουμε ζήσει σε δυο διαφορετικούς κόσμους.  Ο τρόπος ζωής της δεκαετίας του 50 είναι αδιανόητος για τους κάτω των 60.  Η σημερινή Ελλάδα της κρίσης και της αβεβαιότητας θα φάνταζε ασύλληπτος   παράδεισος  για τους Έλληνες  της δεκαετίας του 50.  Αν και, όπως συμβαίνει παντού και πάντοτε, μια μικρή μερίδα "προνομιούχων" Ελλήνων και τότε ευημερούσε.  Όμως υπάρχει μια διαφορά. Εκείνη την Εποχή  μπορούσαμε  να ονειρευτούμε.  Σήμερα και τα όνειρα έχουν θολώσει  από την αβεβαιότητα. Ο παρών 21ος αιώνας, ίσως, αποδειχθεί ακόμα πιο φοβερός, γιατί οι προκλήσεις είναι μεγάλες.  Έχουμε μια ταχύτατη ανάπτυξη της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς και συγχρόνως έντονη ρύπανση και μεταβολή του φυσικού  περιβάλλοντος, κλιματική αλλαγή,   μείωση των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, υπερπαραγωγή όπλων, υπερπληθυσμό και έντονες κοινωνικές ανισότητες.    Η ηθική ωρίμανση του ανθρώπου υπολείπεται, σημαντικά, της τεχνολογικής εξέλιξης, πράγμα, που καθιστά δύσκολη την αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλημάτων.  

  Η δεκαετία του 50 ήταν, πράγματι κάτι σαν ορόσημο για το Μαντούδι, γιατί σηματοδοτεί σημαντική αλλαγή στον τρόπο ζωής των κατοίκων.  Από το τέλος της δεκαετίας αυτής άρχισε σταδιακά η αλλαγή. Τα άλογα και τα βόδια έπαψαν να σέρνουν  το αμάξι ή το αλέτρι. Τα  γαϊδούρια έπαψαν  το επίπονο έργο της μεταφοράς φορτίων και ανθρώπων στη ράχη τους.   Οι γεωργοί έπαψαν   να χρησιμοποιούν  δρεπάνι  και τσαπί.  Οι εργάτες έπαψαν να χρησιμοποιούν αξίνες και φτυάρια. Η  νοικοκυρά έπαψε να κουβαλά νερό με τη στάμνα στην πλάτη, να μαγειρεύει στο τζάκι και να πλένει τα ρούχα στη σκάφη. Με το τέλος της δεκαετίας του 50 ένας νέος κόσμος ανέτειλε.



                           ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ


ΠΑΛΑΙΟ ΜΑΝΤΟΥΔΙ

Η Εύβοια είναι ένα νησί δίπλα στον κύριο κορμό της κεντρικής Ελλάδας και όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα είναι πολύ ορεινή. Το ανάγλυφο του εδάφους καθορίζεται από την μακρόχρονη επίδραση της βροχής και του αέρα αφενός και της ανυψωτικής δράσης του φλοιού της Γης αφετέρου.  Η Ελλάδα βρίσκεται σε ζώνη ανύψωσης του εδάφους, αλλά η δράση του νερού έχει καταφέρει να δημιουργήσει μικρές πεδιάδες ανάμεσα στα βουνά.  Στην ορεινή Εύβοια  τα   μικρά  ποτάμια  με την πάροδο   εκατομμυρίων ετών, δημιούργησαν λίγες  μικρές  αλλά  πολύτιμες πεδιάδες. Το Μαντούδι είναι μια από τις λίγες «προνομιούχες» περιοχές, στην οποία ο συνδυασμός δύο κυρίως ποταμιών και άλλων  μικρότερων δημιούργησε μια εύφορη πεδιάδα.   Παρατηρώντας κάποιος από τον λόφο  «Ράχη» διαπιστώνει, ότι  ο Κηρέας και ο Νηλέας ενώνουν τις δυνάμεις τους, συνεχίζουν μαζί μέχρι τη θάλασσα με το όνομα Βούδωρος και διαμορφώνουν τον «Κάμπο» του Μαντουδίου.   Η υπόλοιπη ορεινή περιοχή καλύπτεται από πυκνό δάσος,  κυρίως πεύκου.  Το δάσος σε συνδυασμό με την ποιότητα του εδάφους συγκρατεί πολύ νερό της βροχής,  με αποτέλεσμα τα ποτάμια, αν και μικρά σε μέγεθος, να ρέουν συνεχώς  ακόμα και στο τέλος του καλοκαιριού. Οι όχθες των ποταμιών εμπλουτίζονται  με δάσος πλατάνων.  Τα δασοσκεπή βουνά  και τα ποτάμια συστήματα   διαμορφώνουν   ένα οικοσύστημα  με ενδιαφέρουσα πανίδα και χλωρίδα.  Επί πλέον, πλούσιος σε νερό παραμένει και ο υδροφόρος ορίζοντας. Ο κάμπος γίνεται αρδεύσιμος με απλή φυσική ροή νερού από το ποτάμι. Τέτοια προνομιακή κατάσταση  δεν είναι συνηθισμένη στην υπόλοιπη Ελλάδα.  Ταξιδεύοντας κανείς ανά την Ελλάδα  συναντά,  πολλές  φορές άνυδρα τοπία γυμνά ή με χαμηλή βλάστηση πετρώδη βουνά και ξερούς χείμαρρους.  Σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις  μέχρι  τη δεκαετία του ‘50,  όταν δεν είχαν αναπτυχθεί τα σύγχρονα συστήματα άρδευσης και ύδρευσης, τα πηγάδια και οι δεξαμενές, που μάζευαν βρόχινο νερό, κάλυπταν τις ανάγκες των κατοίκων.

Τα «προτερήματα» λοιπόν της  περιοχής  κατέστησαν το Μαντούδι μικρό, αλλά σημαντικό κέντρο Γεωργικής παραγωγής.  Η γεωργία ήταν η βασική απασχόληση των κατοίκων.  Για τη  θάλασσα,  που είναι πολύ κοντά, ποτέ δεν υπήρξε σημαντικό ενδιαφέρον.  Μια άλλη «τύχη» για την περιοχή ήταν η ύπαρξη κοιτασμάτων μεταλλεύματος Μαγνησίτη, πολύ καλής ποιότητας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε η εξόρυξη και επεξεργασία του Μαγνησίτη ή Λευκόλιθου και το Μαντούδι απέκτησε επί πλέον και ένα βιομηχανικό προφίλ.

Ιστορικά η Εύβοια ακολούθησε τη μοίρα της υπόλοιπης Ελλάδας. Μετά την Αρχαία εποχή η Εύβοια υπήρξε διαδοχικά  τμήμα  της   Ρωμαϊκής και Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας. Κατά τη Λατινοκρατία κατακτήθηκε από   Δυτικούς επιδρομείς και μετά την επέλαση των Τούρκων απετέλεσε τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.     Λεπτομέρειες από το  μακρινό ιστορικό παρελθόν της ευρύτερης περιοχής του Μαντουδίου δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Τα εμφανή δείγματα του παρελθόντος  είναι ελάχιστα.  Κάποια  απομεινάρια της  αρχαίας Κηρίνθου, στην  τοποθεσία Πελέκι, και κάποια  κτίσματα από τη μεσαιωνική περίοδο. Επίσης, δεν φαίνεται να ήταν έντονο το Οθωμανικό στοιχείο  στην περιοχή και δεν υπάρχουν σημάδια  ούτε από την πιο πρόσφατη Τουρκοκρατία με εξαίρεση την ονομασία του διπλανού χωριού,   το οποίο μέχρι τη δεκαετία του ‘50 ήταν γνωστό, ως Αχμέτ-Αγά. Σήμερα, ονομάζεται Προκόπι  από το Προκόπι της Καππαδοκίας, από το οποίο προήλθαν αρκετοί κάτοικοί του.  Πολλά τοπωνύμια στην Ελλάδα άλλαξαν, γιατί, είτε ήταν κακόηχα, είτε είχαν αλλοεθνή προέλευση. Και το άλλο διπλανό χωριό, μέχρι τη δεκαετία του ’50, ήταν γνωστό, ως «Σκυλόγιαννη» και σήμερα ονομάζεται Κήρινθος από τον ομώνυμο αρχαίο οικισμό. Το Μαντούδι διατήρησε το όνομά του, αλλά η προέλευση του ονόματος δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, ετυμολογικά.    Έτσι, το ενδιαφέρον εντοπίζεται στα πρόσφατα χρόνια μετά την Τουρκοκρατία.  Μετά την επανάσταση του 1821 και με την παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, αποφασίστηκε  η σύσταση του Ελληνικού κράτους, που περιλάμβανε και την  Εύβοια. Η ενσωμάτωση όμως της  Εύβοιας άργησε, επειδή έπρεπε να αποζημιωθούν οι Τούρκοι ιδιοκτήτες Γης. Κάθε χωριό τότε αποτελούσε ιδιοκτησία ενός Τούρκου Αγά. Επειδή η επανάσταση στην Εύβοια είχε σβήσει με τον θάνατο του Αγγελή Γοβιού,  οι   Αγάδες έπρεπε να πληρωθούν.  Το νεοσύστατο κράτος αδυνατούσε να πληρώσει και τη λύση έδωσαν  Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι,  οι οποίοι αγόρασαν τα κτήματα και έγιναν οι νέοι τσιφλικάδες.  Οι απλοί χωριανοί απλώς άλλαξαν αφεντικό. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι Μαντουδιανοί είχαν Έλληνα αφεντικό. Η κατάσταση άλλαξε στις αρχές του 20ου αιώνα.  Το τσιφλίκι  έγινε μικρές ιδιοκτησίες των κολλήγων γεωργών. Κάποια τμήματα, που δεν διαμοιράστηκαν μεταβιβάστηκαν σε έναν αναγκαστικό Συνεταιρισμό.   Μέχρι τη δεκαετία του ’50 η κατάσταση δεν είχε αλλάξει σημαντικά.     Το χωριό αναπτύχθηκε  γύρω από το «κονάκι» του Τσιφλικά, που είχε κτιστεί σε χώρο απομονωμένο από τον κάμπο και αόρατο από τη Θάλασσα. Είναι συνηθισμένο, χωριά, που είναι κοντά σε ανοικτές θάλασσες, να κτίζονται μακριά από τις ακτές, σε προστατευόμενες τοποθεσίες. Ο προφανής λόγος είναι η προστασία από επιδρομές από τη μεριά της θάλασσας. Στις άκρες του κάμπου, στις παρυφές των βουνών, υπάρχουν υπολείμματα οικισμών, που δείχνουν, ότι παλαιότερα  οι κάτοικοι ζούσαν πιο κοντά στα χωράφια τους.  Υποθέτω, ότι επιλέχτηκε η  σημερινή θέση του χωριού,  γιατί είναι πιο κοντά στο ποτάμι και παρέχει  ασφάλεια   περικλειόμενη   από λόφους και βουνά,  αν και δυσκολεύει την πρόσβαση στον κάμπο.  

Ο σημερινός οικισμός σε τίποτα δεν θυμίζει τον οικισμό της εποχής του ‘50. Θα προσπαθήσω να περιγράψω τον οικισμό της Εποχής εκείνης. Για να διευκολύνω την περιγραφή, θα χρησιμοποιήσω την ονοματοδότηση των δρόμων, που θεσπίστηκε τη δεκαετία του ‘70. Η ονοματοδότηση αυτή έχει περιπέσει πρακτικά σε αχρηστία  και δεν  νομίζω να υπάρχει σήμερα  πινακίδα με όνομα δρόμου. Όμως θεωρητικά τα ονόματα παραμένουν και αναφέρονται σε διάφορους, ευρείας πλέον χρήσης, ηλεκτρονικούς χάρτες.

Οι οικισμός του χωριού  είχε πολύ πιο μικρότερη έκταση. Πολλά ακρινά τμήματα του σημερινού οικισμού, τότε, ήταν περιβόλια ή βοσκότοποι.  Ανάμεσα στα σπίτια υπήρχαν αρκετοί ανοικτοί χώροι (αλάνες), που μετατρέπονταν σε χώρους δραστηριοτήτων των πιτσιρικάδων.  Τα  περισσότερα σπίτια είχαν αυλές, οι οποίες κτίστηκαν με σπίτια αργότερα και το χωριό έχει  αστική όψη σήμερα.  Όλοι οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και αυτοί, που οδηγούσαν στο χωριό από τη Χαλκίδα και τη Λίμνη, που τους έλεγαν δημόσιους. Ο χώρος της πλατείας, ο κεντρικός δρόμος,  που ήταν συνέχεια του δημοσίου, διέσχιζε το χωριό και οδηγούσε στο Κυμάσι και το κομμάτι της σημερινής οδού Σόλωνος, ανατολικά της πλατείας,  είχαν μια επίστρωση από ψιλό χαλίκι και ήταν σε κάποια υποφερτή κατάσταση, ενώ όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι ήταν σε αθλία κατάσταση, γεμάτοι  λακκούβες και πέτρες κάθε μεγέθους και «εμπλουτισμένοι» με τα περιττώματα κάθε είδους ζώου, κότες, κατσίκες γαϊδούρια άλογα, βόδια, που κυκλοφορούσαν στους δρόμους και δεν είχαν αναστολές  να ικανοποιούν  ελεύθερα  τις βιολογικές τους ανάγκες.  Η ζημιά όμως δεν ήταν μεγάλη, γιατί σύντομα η φύση αναλάμβανε τον καθαρισμό με την αποσύνθεση των περιττωμάτων. Οι πέτρες, μάλιστα, αποτελούσαν το άμεσο μέσον για διάφορες εργασίες ή για χρήση ως επιθετικό ή αμυντικό όπλο.  Το καλοκαίρι, όταν φυσούσε, σηκώνονταν σύννεφα σκόνης και το χειμώνα οι δρόμοι γίνονταν αδιάβατοι από τη λάσπη. Δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης.  Υπήρχε ένα υποτυπώδες  ιδιωτικό δίκτυο ηλεκτρισμού  για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος μόνο για φωτισμό.    Τα σπίτια ήταν κτισμένα με γκρίζα πέτρα, που έπαιρναν από τη «Λάκα», το λόφο, στη βόρεια πλευρά του χωριού. Ελάχιστα σπίτια ήταν κτισμένα με τούβλα, που, τότε, άρχισαν να κάνουν  την εμφάνισή τους.  Οι σκεπές ήταν κεραμιδένιες, αλλά τα κόκκινα κεραμίδια σίγα σιγά γίνονταν μαύρα από την υγρασία. Ελάχιστες επίσης σκεπές ήταν τότε τσιμεντόπλακες, κάτι που αργότερα γενικεύτηκε και έκανε αντιαισθητική την όψη του χωριού. Σήμερα, ευτυχώς, το κεραμίδι επανακάμπτει.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΕΚ50 ΚΑΤΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ


ΜΑΥΡΙΣΜΕΝΗ ΚΕΡΑΜΟΣΚΕΠΗ 

Ερχόμενος κανείς από Χαλκίδα στα Νότια, αντίκρυζε το Μαντούδι στους πρόποδες  του λόφου ‘Ράχη’  από το ύψος των «Καλοερικών» (Καλογερικών) αλωνιών, το χώρο που αργότερα κτίστηκαν  σφαγεία, απέναντι από τη σημερινή Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών.   Η ονομασία προερχόταν από το γεγονός, ότι η περιοχή εκείνη ανήκε στο μοναστήρι του Αγ. Νκολάου (Γαλατάκη), που είχε και έχει μια τεράστια κτηματική περιουσία σε όλη τη βορειοκεντρική Εύβοια.  Αριστερά, υπήρχε αρδευτικό κανάλι και στο ύψωμα ήταν το νεκροταφείο. Πιο κάτω, στη διασταύρωση,  ήταν το μικρό βενζινάδικο.   Απέναντι στο δρόμο, που οδηγεί στο νεκροταφείο,   στο μοναχικό κτήριο, που υπάρχει ακόμα,   ήταν το παγοποιείο.     Μέχρι την γέφυρα έβλεπες δεξιά μόνο ένα σπίτι  απομονωμένο.  Όλη   η  υπόλοιπη  περιοχή, δεξιά, αριστερά, ήταν  περιβόλια.   Τα καλοκαίρια, κάτω από τα πλατάνια κοντά στη γέφυρα, λειτουργούσε το «Εξοχικό». Ένα καφενείο στεγασμένο σε ξύλινη παράγκα, που εξυπηρετούσε, όσους έβγαιναν καλοκαιρινή βόλτα, πέρα από τη γέφυρα και πήγαιναν για έναν καφέ ή βανίλια (υποβρύχιο) ή κερασάκι γλυκό.

Η γέφυρα ήταν στενότερη με ίδιο περίπου μήκος.  Είχε  χαμηλά σιδερένια δικτυωτά κάγκελα και ήταν κτισμένη με κοκκινόγκριζους ογκόλιθους.  Εκτός από τις ακραίες βάσεις είχε και μεσαίο βάθρο για να αντέχει το νερό του ποταμιού, που τους χειμώνες αρκετές φορές φούσκωνε επικίνδυνα. Όμως, σε κάποια γερή νεροποντή δεν άντεξε και το ένα της τμήμα κατέρρευσε, αποκόπτοντας το χωριό. Το τμήμα, που κατέρρευσε, αντικαταστάθηκε με τσιμεντένια κατασκευή.  Πολύ αργότερα, κατασκευάστηκε η σημερινή τσιμεντένια γέφυρα.

Περνώντας τη γέφυρα, έμπαινες στο χωριό. Δεξιά έμπαινες στο δρόμο (σημερινή οδός Αγ. Ιωάννου Θεολόγου, που οδηγούσε στην εκκλησία και στην πλατεία, δηλαδή στο κέντρο του χωριού. Ο δρόμος αυτός, όπου σήμερα το κτίριο του Δημαρχείου, ήταν ένας στενός δρόμος, χαραγμένος στην πλαγιά του λόφου «Κιος» (κιόσκι;) και   ενωνόταν με τον χώρο, που σήμερα γίνεται η λαϊκή αγορά, με ένα στενό μονοπάτι.    Ο λόφος «Κιος»  με το στενόμακρο σχήμα και κατεύθυνση ανατολή - δύση τότε δέσποζε στη δυτική πλευρά του χωριού. Σήμερα, λόγω των πολλών επεμβάσεων, που έχει υποστεί, αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα.  Η νότια πλαγιά ήταν σχετικά  ομαλή, έφτανε μέχρι το ποτάμι χαμηλά.  Μάλιστα,  την εποχή αυτή, κτίστηκε ένας παχύς τοίχος στη  βάση του λόφου και στη συνέχεια έγινε επιχωμάτωση του κενού. Με την επέμβαση αυτή  ο στενός δρόμος  διευρύνθηκε και σταδιακά, με επιπλέον εκχωματώσεις από τον λόφο, δημιουργήθηκε η σημερινή πλατεία, μπροστά από το Δημαρχείο αλλά και ο χώρος για το κτίσιμο του ίδιου του Δημαρχείου.   Η βόρεια και η δυτική πλευρά ήταν απότομες, ενώ  ανατολικά, απ’ όπου  είχε πρόσβαση,   η πλαγιά ήταν ομαλή και  έφθανε στο κέντρο του χωριού.   Χαμηλά στην ανατολική  πλευρά του λόφου ήταν κτισμένη η Εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον άγιο Ιωάννη τον θεολόγο. Μια μικρή, κομψή εκκλησία, βασιλικού ρυθμού με ένα καμπαναριό. Λίγο πιο πάνω, δυτικά, ήταν το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου με ένα ψηλό κυπαρίσσι μπροστά. Πιο πίσω, ήταν τα απομεινάρια του παλαιού νεκροταφείου, το οποίο είχε καταργηθεί από το 1931.  Στη βορειοδυτική πλευρά, ήταν και είναι ακόμη το εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου.  Ο χώρος του νεκροταφείου και του Αγ. Γεωργίου   ισοπεδώθηκε αργότερα, για να κτιστεί το κτίριο του Γυμνασίου.  Λίγο μετά την εκκλησία, ο δρόμος κατηφορίζει και οδηγεί στην πλατεία, η οποία αποτελείται από δύο τμήματα, την κύρια πλατεία και την κάτω μικρή πλατεία, δηλαδή τον χώρο,   όπου σήμερα σταθμεύουν τα λεωφορεία.  Στην κάτω πλατεία,  υπήρχαν  δύο μεγάλες μουριές, κάποιο περίπτερο και μπροστά, προς το μέρος της κύριας πλατείας και απέναντι από το χαρακτηριστικό τριγωνικό κτήριο, που υπάρχει ακόμα, ήταν το Ηρώο, η μαρμάρινη στήλη, πάνω στην οποία ήταν και είναι χαραγμένα τα ονόματα των Μαντουδιανών,  που  θυσιάστηκαν στους πολέμους της Ελλάδας. Η στήλη ήταν στο μέσο ενός μικρού  τετραγωνικού μαρμάρινου πλαισίου. Μικρά μαρμάρινα κολονάκια, τα οποία συνδέονταν με οριζόντιες, μαύρες, σωληνωτές μπάρες, συμπλήρωναν την όλη κατασκευή.   Περιφερειακά  της μικρής πλατείας,  οι δρόμοι σχημάτιζαν ένα τρίγωνο. Αργότερα, κόπηκαν τα δένδρα και άνοιξε ο χώρος για την εξυπηρέτηση των οχημάτων και η μικρή πλατεία απέκτησε τη σημερινή της μορφή.  Το Ηρώο μεταφέρθηκε στο κέντρο της κύριας πλατείας.  Στα επόμενα χρόνια, η θέση του Ηρώου άλλαξε αρκετές φορές, για να καταλήξει στη θέση, που είναι σήμερα, δηλαδή στην ανατολική πλευρά της κύριας πλατείας. 

Το κέντρο του Χωριού ήταν η Πλατεία.  Ανεβαίνοντας  από τη δυτική πλευρά δυο τσιμεντένια με σιδερένια άκρα  σκαλοπάτια ή κατεβαίνοντας περισσότερα, στην ανατολική πλευρά από τη σημερινή οδό Σόλωνος, έμπαινες στην πλατεία,  έναν επίπεδο σχεδόν ορθογώνιο χώρο. Η πλατεία ήταν πιο «κοντή», γιατί τα δυτικά σκαλοπάτια ήταν πιο ψηλά και η αρχή της σημερινής οδού Αθανασίου  Διάκου ήταν πιο φαρδιά.   Στη βόρεια και νότια πλευρά, υπήρχαν καφενεία, που είχαν εξωτερικά τραπέζια κάτω από  μεγάλες μουριές.  Ένα μάλιστα καφενείο,  στη νοτιοανατολική πλευρά «έμπαινε» μέσα στην πλατεία, «χαλώντας» το ορθογώνιο σχήμα. Πολύ αργότερα, απαλλοτριώθηκε,  κατεδαφίστηκε το κτίσμα και η πλατεία απέκτησε το σημερινό της σχήμα. Στη βορειοδυτική πλευρά, ήταν  κάποιο παντοπωλείο και δίπλα σε μια υπερυψωμένη είσοδο, ήταν ένα  γραφείο  με  μια «ταμπέλα», που κέντριζε το ενδιαφέρον. Έγραφε « ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΩΝ». Τότε, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε την έννοια του συνδικαλισμού, αλλά σήμερα, συνειδητοποιούμε, ότι το γραφείο αυτό υπήρξε μέρος της ιστορίας του τόπου.  Στη βορειοδυτική πλευρά, κάτω από τα σκαλοπάτια, ήταν το εκκλησάκι της Αγ. Τριάδας.   Μια άλλη μικρή εκκλησία, κοντά στην πλατεία, στη σημερινή οδό Αθ. Διάκου, είναι αυτή, του Αγίου Αθανασίου.  Στη δυτική  πλευρά του Αγ. Αθανασίου, πέρναγε το αρδευτικό κανάλι και με ένα τοιχίο, που κτίστηκε τότε ανατολικά του καναλιού, διαμορφώθηκε ο χώρος,  μπροστά από την είσοδο της μικρής εκκλησίας.

Ανατολικά της πλατείας και της σημερινής οδού Σόλωνος, υπήρχε ένα άλλο σημαντικό κτίριο. Το   κονάκι του παλαιού τσιφλικά Βουδούρη, στην άκρη μιας μεγάλης αυλής. Το  κτίριο ανήκε και ανήκει στον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό και τότε ο πάνω όροφος  στέγαζε το Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο.   Δίπλα, ακριβώς,  βρισκόταν ο σταθμός Χωροφυλακής.  Η κοινότητα  Μαντουδίου, η τότε τοπική αυτοδιοίκηση, δεν είχε ιδιόκτητη στέγη,  και κάθε φορά άλλαζε στέγη. Τις περισσότερες φορές θυμάμαι το ένα και μοναδικό γραφείο της, να στεγάζεται  στη γωνία της σημερινής οδού Σόλωνος με την Αχιλλέως.

Οι εμπορικοί  δρόμοι  της εποχής  με αρκετά μαγαζιά ήταν σχεδόν οι ίδιοι, όπως και σήμερα.   Ανατολικά της κύριας πλατείας, η σημερινή οδός Σόλωνος, και δυτικά της πλατείας,  οι σημερινές οδοί  Αθανασίου Διάκου και Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου.  Μαγαζιά υπήρχαν και γύρω από τη μικρή κάτω πλατεία και στο τμήμα της κεντρικής οδού Μεταλλωρύχων, που ήταν κοντά στην πλατεία.

     Ακολουθώντας ευθεία πορεία, μετά τη γέφυρα, έμπαινες στον   κύριο  δρόμο  του χωριού, τη σημερινή οδό Μεταλλωρύχων, που τότε δεν χρειαζόταν να είναι μονόδρομος. Αριστερά  στο κτίριο, που υπάρχει ακόμα, ήταν ένας κυλινδρόμυλος   και δίπλα είχε λειτουργήσει ένα ελαιοτριβείο. Μετά τον κυλινδρόμυλο υπήρχαν λίγα σπίτια και πιο δυτικά,  σε μια μικρή πλατεία, που υπάρχει και σήμερα, υπήρχε ένα πηγάδι,  από το οποίο γινόταν η ύδρευση των κατοίκων της δυτικής πλευράς του χωριού. Πιο δυτικά υπήρχαν περιβόλια, ενώ πιο πάνω, τα σπίτια αριστερά, προς τη βορεινή πλευρά ήταν πολύ αραιά  και άφηναν μεγάλους χώρους μέχρι απέναντι την «Λάκκα», που και αυτά ήταν περιβόλια. Ακριβώς απέναντι, φαινόταν η νότια πλευρά του λόφου με την κοκκινοκαφετί  εσοχή, που τη λέγαμε ‘σπηλιά’. Σήμερα η ‘σπηλιά’ καλύπτεται από τα σπίτια, που έχουν κτιστεί μπροστά και δεν φαίνεται καλά. Ο  κεντρικός αυτός δρόμος, (Οδός Σκαλιστήρη ή Μεταλλρύχων),  είναι ο ίδιος σχεδόν με το σημερινό.  Περνάει  βόρεια της  πλατείας,  καταλήγει στο Σταυρό και στη συνέχεια κατηφορίζει προς Κυμάσι-Φούρνους και κάμπο.     Η ονομασία Σταυρός είναι συνηθισμένη και σε άλλες περιοχές και δίνεται στο πιο ψηλό σημείο μιας διαδρομής.  Ψηλά πάνω από  το εικονοστάσι, τότε, υπήρχε και ένας μεγάλος άσπρος μαρμάρινος Σταυρός. Η περιοχή του Σταυρού ήταν σχεδόν ερημική. Η απέναντι σήμερα κτισμένη  περιοχή ήταν πλαγιά της «Λάκκας», στην οποία υπήρχαν πολλά μικρά «νταμάρια πέτρας», στα οποία με υποτυπώδη μέσα εξορύσσονταν οι πέτρες για το κτίσιμο σπιτιών.  Η πλαγιά κατέληγε σε μια μικρή αυλακιά, κατά μήκος της οποίας  υπήρχε μονοπάτι, που οδηγούσε στον κάμπο και το χρησιμοποιούσαν, όσοι πήγαιναν με τα πόδια ή καβαλώντας ζώο.   Σήμερα, η αυλακιά  αυτή έχει επιχωματωθεί, για να δημιουργηθούν οικόπεδα.

  Ανατολικά, το χωριό «σκαρφάλωνε» στους πρόποδες του λόφου «Ράχη», αλλά η πάνω πλευρά της σημερινής οδού Κολοκοτρώνη είχε ακόμη παρά πολλά κενά. Η άνοδος στον δρόμο αυτό ήταν ουσιαστικά μια ορειβασία. Στη θέση, που αργότερα κατασκευάστηκαν σκάλες, υπήρχαν μονοπάτια ανάμεσα σε βράχια και πέτρες και ήταν μια δοκιμασία για τους γεροντότερους.  Τότε δεν καταλαβαίναμε, πόσο δύσκολη ήταν η ανάβαση. Σήμερα, που χρησιμοποιούμε τις σκάλες στηριζόμενοι στις μεταλλικές χειρολαβές,   κόβονται τα πόδια μας. Η κορυφή του λόφου ήταν γυμνή, χωρίς τη δεξαμενή και τους σταυρούς, που κτίστηκαν αργότερα. Τότε,  ήταν χώρος παιχνιδιού  για τους πιτσιρικάδες  και έσφυζε από ζωή.

Στη Νότια Πλευρά υπήρχε το Σχολείο, το μεγαλύτερο κτίριο στο χωριό.  Η στέγη του ήταν τσιμεντένια ταράτσα ακόμα. Η κάλυψη με κεραμίδια έγινε πολύ αργότερα. Δίπλα από το σχολείο, είχαν κτιστεί με τη γνωστή γκρίζα πέτρα οι τέσσερεις τοίχοι της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου. Οι εργασίες ανέγερσης, εκείνη την Εποχή, είχαν σταματήσει. Λίγο πιο κάτω, ήταν ουσιαστικά το νότιο όριο του χωριού. Εκεί στο νότιο άκρο, κάπου στο τέρμα της σημερινής οδού Μενελάου, βρισκόταν το   κύριο πηγάδι ύδρευσης.  Το χείλος του πηγαδιού  ήταν κτισμένο με χοντρές γκρίζες πελεκημένες πέτρες. Στην εσωτερική πλευρά οι πέτρες είχαν βαθιές αυλακώσεις.  Τα σκοινιά, με τα οποία τραβούσαν τους γεμάτους νερό κουβάδες, με τον καιρό είχαν χαράξει την πέτρα. Μια άλλη πηγή βρισκόταν νοτιοανατολικά στην πλαγιά του λόφου. Το καλοκαίρι, λειτουργούσαν και άλλες πηγές δίπλα στο ποτάμι.  Μια ήταν στο νοτιοδυτικό άκρο της γέφυρας και η άλλη απέναντι από το γήπεδο.

Στο νοτιοδυτικό άκρο, στο σημείο που υπάρχει σήμερα το δημοτικό γυμναστήριο, βρισκόταν ο νερόμυλος.  Πάνω από το κτίριο   μύλου, υπήρχε μια  γκρίζα μεταλλική χοάνη  με ένα σταυρό στο χείλος, στην οποία έπεφτε το νερό  από το αρδευτικό κανάλι και με την πτώση του γύριζε τις μυλόπετρες. Το νερό στη συνέχεια σχημάτιζε ένα μικρό ρυάκι και έπεφτε πάλι στο ποτάμι. Απέναντι και δυτικά από το μύλο, δίπλα στο ποτάμι, όπως και σήμερα, υπήρχε το γήπεδο ποδοσφαίρου, σε θέση λίγο πιο βόρεια. Στη νότια και δυτική πλευρά του γηπέδου, υπήρχαν πλατάνια, ενώ στην ανατολική πλευρά, εκεί που είναι σήμερα οι κερκίδες, υπήρχαν καρυδιές και το αυλάκι, που έπαιρνε τα απόνερα του νερόμυλου. Εκεί, υπήρχαν και πολλοί ασβεστόλακκοι, δηλαδή «γούρνες», στις οποίες νερό αναμειγνυόταν με ψημένο ασβέστη για την παρασκευή  ασβεστοπολτού, απαραίτητου για το χτίσιμο τοίχων και το τακτικό ασβέστωμα των σπιτιών.  Το αυλάκι πέρναγε και από τη βόρεια πλευρά του γηπέδου, πριν πέσει στο ποτάμι.  

 

Το  ποτάμι ήταν πηγή ζωής χρήσιμο και για τη γεωργία αλλά και για τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων, όπως πλύσιμο, πότισμα ζώων κλπ.  Στο ύψος του γηπέδου, η κοίτη ήταν πιο ανυψωμένη και πλατιά.  Το καλοκαίρι,    που τα νερά ήταν  ρηχά,  ο χώρος ήταν προσιτός και προσφερόταν για διάφορες εργασίες αλλά και παιχνίδι πιτσιρικάδων.  Μπορούσε κάποιος εύκολα να  περάσει  στην  απέναντι  όχθη, είτε βρέχοντας τα  πόδια του, είτε    πατώντας σε μεγάλες πέτρες,  μισοβυθισμένες στο νερό.  Υπήρχε και δρόμος,  μέσω του οποίου  ζώα, αμάξια και αυτοκίνητα περνούσαν άνετα απέναντι.  Το ποτάμι τροφοδοτούσε το κύριο αρδευτικό κανάλι (αυλάκι) και τα υπόλοιπα δευτερεύοντα αρδευτικά κανάλια, με τα οποία αρδευόταν ο κάμπος και τα περιβόλια.   Σε κάποιο σημείο πάνω από την τοποθεσία Παρασκευόρεμα,   γινόταν μερική εκτροπή  του ποταμιού προς το αρδευτικό κανάλι. Το νερό, ακολουθώντας φυσική ροή, έφθανε στην νοτιοανατολική πλευρά του  προαυλίου, του σημερινού Λυκείου. Από εκεί, ακολουθούσε τις νότιες και δυτικές παρυφές του οικισμού, πέρναγε πάνω από τον τότε νερόμυλο.  Στο σημείο αυτό υπήρχε διακλάδωση – φραγή και το χειμώνα το νερό του αυλακιού έδινε με την πτώση του ενέργεια στο μύλο, ενώ από τα μέσα της άνοιξης  διοχετευόταν στον κάμπο για άρδευση.  Μετά τον μύλο ακολουθούσε τις  δυτικές παρυφές του χωριού και κατέληγε στο δρόμο, που είναι προέκταση της οδού Αχιλλέως και οδηγεί από την πλατεία στο γήπεδο.  Στο σημείο αυτό εισερχόταν σε υπόγεια στοά, μέσω της οποίας διέσχιζε την πλατεία.  Η στοά τελείωνε  στη  βόρεια πλευρά της οδού Μεταλλωρύχων και αρχή της οδού Ιφιγένειας.  Στη συνέχεια, ακολουθούσε επίγεια πορεία επί της οδού Ιφιγένειας και έφτανε στους πρόποδες του λόφου ‘Λάκκα’. Μετά έστριβε δυτικά και ακολουθώντας τη βάση του λόφου, έφθανε στη θέση ‘Πορτάρα’  και από εκεί διοχετευόταν στον κάμπο.  

Κατεβαίνοντας κανείς από την πλατεία στο γήπεδο, ακολουθούσε την κατηφορική προέκταση της σημερινής οδού Αχιλλέως.  Ακριβώς στην αρχή, υπήρχε γέφυρα πάνω από το «αυλάκι», λίγο πριν αυτό ακολουθήσει την υπόγεια διαδρομή.  Αριστερά, υπήρχαν τα κοινοτικά «ανακουφιστήρια», τα οποία λειτουργούσαν χωρίς νερό και ως εκ τούτου ανέδιδαν έντονη δυσοσμία.    Ακριβώς δίπλα, ήταν η αποθήκη ρετσίνας (ρετσινόλακκος).  Ήταν  μια τσιμεντένια δεξαμενή, μισοβυθισμένη στο έδαφος, στην οποία αποθήκευαν ρετσίνα, που συνέλλεγαν από τα πεύκα οι ρητινοσυλλέκτες.

Πιο κάτω στο οριζόντιο επίπεδο ήταν το γήπεδο. Το χειμώνα, που λειτουργούσε ο μύλος για να φτάσεις στο γήπεδο, έπρεπε να περάσεις   ένα ξύλινο γεφυράκι πάνω από το αυλάκι, που σχημάτιζαν   τα απόνερα του μύλου.  Το γήπεδο ήταν βασικά για το ποδόσφαιρο με δυο ‘γκολπόστ’ χωρίς δίκτυα. Όμως, ήταν ελεύθερο και χρησιμοποιείτο για παιχνίδι και πλήθος άλλες δραστηριότητες μικρών και μεγάλων.  Στην ανατολική πλευρά του γηπέδου, το χώμα είχε   ένα μαυριδερό χρώμα, γιατί λίγα χρόνια πριν είχαν λειτουργήσει καμίνια για παραγωγή  ξυλοκάρβουνου.  

 Ο κάμπος του Μαντουδίου εκτείνεται  στα βόρεια  του οικισμού και ανατολικά του ποταμού Κηρέα-Βούδωρου με έκταση περίπου 7000 στρεμμάτων και αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδας, που διαμόρφωσε το ποτάμιο σύστημα Κηρέως- Νηλέως, στο πέρασμα του χρόνου. Μια  μικρή καλλιεργήσιμη έκταση υπάρχει και στα νοτιοδυτικά. Την αποκαλούσαν τότε  «Καλοερικά»,  γιατί  ανήκε στο μοναστήρι του Αγ. Νικολάου Λίμνης. Το μοναστήρι  «κατέχει» μια τεράστια έκταση στη βόρεια Εύβοια, που περιλαμβάνει καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δάση και μεταλλεία.

Παραλιακά, στην ανατολική πλευρά, είναι το Κυμάσι. Το ενδιαφέρον για το Κυμάσι ήταν οι εγκαταστάσεις φόρτωσης μεταλλεύματος.  Άλλες  δραστηριότητες, σχετικές με τη θάλασσα, ήταν περιορισμένες.  Όπως και σήμερα δεν ήταν τόπος μόνιμης κατοικίας για κανένα. Υπήρχαν κάποια υποτυπώδη καταλύματα, που χρησιμοποιούσαν ελάχιστοι, που ασχολούνταν με τη θάλασσα.   Νότια του δρόμου προς Κυμάσι,  υπάρχει η τοποθεσία Φούρνοι με τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας μεταλλεύματος της εταιρείας ΑΕ Επιχειρήσεων (Σκαλιστήρη), ενώ οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας της άλλης εταιρείας (Λαμπρινίδη) βρίσκονται στο νοτιοανατολικό άκρο της παραλίας  Κυμασιού, που ονομάζεται και Δαφνοπόταμος από το ομώνυμο μικρό ποτάμι, που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του βουνού.   Η ονομασία  Φούρνοι προήλθε, προφανώς, από το ότι η επεξεργασία περιλαμβάνει θέρμανση σε υψηλές θερμοκρασίες, που γίνεται σε βιομηχανικούς κλιβάνους (φούρνους).  Οι εγκαταστάσεις στους φούρνους χρονολογούνται από τις αρχές του 20ου αιώνα. Τη δεκαετία ‘50 ήταν ακόμα περιορισμένης έκτασης.   Στις επόμενες δυο δεκαετίες, υπήρξε έντονη δραστηριότητα και μεγάλη επέκταση των εγκαταστάσεων.  Και εδώ, δεν υπήρχαν μόνιμοι κάτοικοι, αλλά μόνον περιστασιακά, υπήρχαν καταλύματα για τους εργαζόμενους.

Θα αναφέρω και κάποιες ονομασίες τοποθεσιών, που σήμερα μάλλον δεν ακούγονται: ‘Χάρμα’: ο μικρός κάμπος των «Καλοερικών», στη νοτιοδυτική πλευρά.  ‘Μπαραμύλους’ (Πέρα μύλος;): Δυτικά του δημόσιου δρόμου, πριν τη γέφυρα, τότε ήταν περιβόλια, σήμερα περιοχή επέκτασης του οικισμού. Λαγουβούν' (Λαγοβούνι): Ο μικρός λόφος αριστερά του δρόμου μετά την γέφυρα.   ‘Τοίχος’:  Ανατολικά του σημείου συμβολής των ποταμών Κηρέα και Νηλέα.  Η ονομασία προήλθε από το γεγονός, ότι ένας τοίχος, που υπάρχει ακόμα, κτίστηκε για να προφυλάσσει τον κάμπο από  πλημμύρες, στο σημείο συμβολής των ποταμών.  ‘Σ’γκαμπούρ’, (στου καμπούρη): Βόρεια του δρόμου προς Κυμάσι, στο σημείο, που σήμερα υπάρχει το εξωκλήσι του Αγ, Γεωργίου. Τότε εκεί υπήρχε ένα χαμόσπιτο-καλύβα. ‘Βρωμονέρα’ (βρωμικο νερό;):  Απέναντι  και ανατολικά των Φούρνων. ‘Δάφνη-Λιβάδι’: Στην ανατολική πλευρά του κάμπου. Με πλούσιες πηγές νερού και έδαφος καλυμμένο με πράσινο, όλο το χρόνο. ‘Αϊ Μπαράμονας’ (Παράμονας,  Άγιος, μοναδικός, σχετιζόμενος με αυτόν τον τόπο) : Η πλαγιά του βουνού ανατολικά του κάμπου. ‘Πελέκι’, το βόρειο παραλιακό άκρο, στις εκβολές του Βούδωρου, όπου δεσπόζει ο λόφος της αρχαίας Κηρίνθου. 'Τ'ς γριάς του πήδμα' (της γριάς το πήδημα) Τοποθεσία με μια μικρή βραχονησίδα στην περιοχή Δαφνοποτάμου εκεί, που αργότερα έγινε η μεγάλη σκάλα φόρτωσης μεταλλεύματος.   

  

      ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

 Η πιο σημαντική πρωτογενής δραστηριότητα είναι η γεωργία. Η ύπαρξη  του κάμπου, της πεδινής έκτασης στα βόρεια του χωριού, κατέστησε το Μαντούδι ένα μικρό, αλλά σημαντικό γεωργικό κέντρο.  Τη δεκαετία του ’50,   πολλές  Μαντουδιανές οικογένειες  διατηρούσαν αρκετά μεγάλη  έκταση καλλιεργήσιμης γη. Έτσι, η πλειονότητα των κατοίκων ήσαν γεωργοί.  Η εκμηχάνιση της γεωργίας ήταν ακόμα στα σπάργανα  και η καλλιέργεια γινόταν με  παραδοσιακό τρόπο, που απαιτούσε επίπονη προσωπική εργασία και τη χρήση ζώων. Η γεωργική εκμετάλλευση ήταν οικογενειακή υπόθεση. Όλη η οικογένεια  συνεισέφερε, ιδιαίτερα την περίοδο αιχμής, δηλαδή, όταν γινόταν  η συγκομιδή.   Οι εργασίες έπρεπε να τελειώσουν σε ορισμένο χρόνο και μερικές φορές υπήρχε συνεργασία και αλληλοβοήθεια μεταξύ οικογενειών, προκειμένου  να  διεκπεραιωθούν οι εργασίες έγκαιρα.  Σε λίγες  περιπτώσεις ανάγκης,  όσοι είχαν την δυνατότητα,  απασχολούσαν και εργάτες  επί πληρωμή.  Η κατάσταση ήταν ακόμα πιο δύσκολη, γιατί ο αναδασμός δεν είχε γίνει και οι γεωργοί κατείχαν πολλά και μικρά κομμάτια γης. Ιδιωτικά, κανένας δε  διέθετε μηχανικό μέσο.  Ο αναγκαστικός συνεταιρισμός διέθετε  αρχικά ένα ελαστιχοφόρο τρακτέρ  και αργότερα ένα ερπυστριοφόρο, με τα οποία παρείχε υπηρεσίες, όταν χρειαζόταν. Ο συνεταιρισμός, επίσης, φρόντιζε για την αλωνιστική μηχανή  και τα μηχανήματα για εκκοκκισμό του καλαμποκιού και την συμπίεση του σανού σε μπάλες.   

ΤΟ ΕΡΠΥΣΤΡΟΦΟΡΟ ΤΡΑΚΤΕΡ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Το εντυπωσιακό είναι, ότι το κόκκινο ερπυστριοφόρο τρακτέρ, μάρκας  International, υπάρχει ακόμα. Πριν καιρό στον περίβολο ενός  ελαιοτριβείου,  στη Στροφυλιά, είδα ένα ακριβώς ίδιο μηχάνημα, που με πήγε πίσω σε εκείνα τα χρόνια.  Ο ιδιοκτήτης  με διαβεβαίωσε, ότι το μηχάνημα είχε αγοραστεί  από τον αναγκαστικό Συνεταιρισμό του Μαντουδίου, πριν σχεδόν 60 χρόνια.  Ήταν  το ίδιο το τρακτέρ, που βλέπαμε τότε να μουγκρίζει και να δίνει κίνηση στην αλωνιστική μηχανή.

  Υπήρχαν δυο κυρίως είδη καλλιεργειών. ΟΙ χειμερινές, μη αρδευόμενες με σιτάρι, κυρίως,   και λιγότερο άλλα δημητριακά και  οι αρδευόμενες  καλοκαιρινές με φασόλια και καλαμπόκι συγκαλλιεργούμενα,  δηλαδή το ίδιο χωράφι περιείχε και τα δυο είδη.  Σε μικρότερη έκταση παράγονταν και ρεβίθια. Δηλαδή το στάρι, τα φασόλια, το καλαμπόκι και τα ρεβίθια ήταν τα εμπορεύσιμα προϊόντα.  Κάποια εποχή παρήγαγαν και σουσάμι, αλλά δεν επικράτησε η καλλιέργεια αυτή. Η καλλιέργεια του σουσαμιού και η επεξεργασία του καρπού ήταν αρκετά δύσκολες διεργασίες. Την κατάσταση έκανε ακόμα πιο δύσκολη μια κολλώδης και ενοχλητική ουσία, η οποία περιβάλλει τη σουσαμιά.  Επίσης έγινε και μια δοκιμαστική παραγωγή ρυζιού στη περιοχή Δάφνης, που  από τις πηγές νερού ήταν υγρότοπος. Η περιοχή είχε αποκτήσει και την προσωνυμία «τα ρύζα». Για την εξυπηρέτηση της καλλιέργειας αυτής είχαν εμφανιστεί και κάποια μηχανήματα, άγνωστα μέχρι τότε στην περιοχή.  Φαίνεται, ότι η προσπάθεια δεν απέδωσε και τα  «ρύζα» εγκαταλείφθηκαν. 

Για τις κύριες παραγωγές ο κάμπος χωριζόταν σε δυο τμήματα, τα οποία χρησιμοποιούνταν εναλλάξ για χειμερινή και θερινή καλλιέργεια. Το σύστημα αυτό ονομάζεται αμειψισπορά και ήταν ένας τρόπος λίπανσης των χωραφιών την Εποχή, που δεν χρησιμοποιούσαν χημικά λιπάσματα. Τα φασόλια και γενικά τα ψυχανθή δεσμεύουν το άζωτο  από την ατμόσφαιρα και με αυτό τον τρόπο  εμπλουτίζουν το έδαφος.  

Ο κύκλος των ετήσιων εργασιών ξεκίναγε τον Οκτώβριο με το όργωμα για τα χειμερινά. Μια επίπονη εργασία, που γινόταν με άροτρα (αλέτρια), που έσερναν ζώα.   Ο γεωργός έπρεπε να καθοδηγεί και να παρακινεί τα   ζώα, να κρατά το αλέτρι σταθερά,  να φροντίζει να χώνεται βαθιά το υνί και να ακολουθεί,  περπατώντας πάνω στο σκαμμένο έδαφος.  Οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν βόδια για να τραβάνε το αλέτρι. Τα βόδια έπρεπε να είναι πάντοτε δυο και μέσω των αυχένων τους τραβούσαν αργά και σταθερά το αλέτρι.  Ένας κατάλληλα διαμορφωμένος ξύλινος ζυγός  ακουμπούσε στους αυχένες  των ζώων και ένα ξύλινο στρογγυλό δοκάρι συνέδεε τον ζυγό με το αλέτρι μεταφέροντας την ελκτική δύναμη. Ο γεωργός  καθοδηγούσε τα ζώα με  ένα μακρύ χοντρό σκοινί, την τριχιά, που δενόταν στα κέρατα των ζώων.  Απαραίτητο εργαλείο ήταν και η βουκέντρα, ένα μακρύ ραβδί, που στο ένα άκρο του είχε στερεωμένο ένα καρφί. Ο γεωργός τσίμπαγε με το μυτερό άκρο της  βουκέντρας τα οπίσθια των ζώων και τα παρακινούσε να εργαστούν.  Προφανώς αυτό ήταν ενοχλητικό για τα ζώα, αλλά το χοντρό τους δέρμα τα προστάτευε από τις πληγές. Λίγοι γεωργοί χρησιμοποιούσαν άλογα, τα περήφανα, δυνατά και όμορφα ζώα.  Κάθε άλογο ασκούσε ελκτική δύναμη ανεξάρτητα και επομένως μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ένα, δύο ή και τρία άλογα.  Η ελκτική δύναμη εφαρμοζόταν μέσω της λαιμαριάς (λιμαριάς). Η λαιμαριά ήταν  ένα χοντρό μαξιλαροειδές κολάρο με εξωτερική μεταλλική στεφάνη,  που τοποθετούσαν στον λαιμό του αλόγου. Με αλυσίδες, που συνέδεαν τη λαιμαριά με το αλέτρι τα άλογα ασκούσαν την έλξη στο αλέτρι. Ο γεωργός έπρεπε να βυθίζει το υνί στο χώμα και να κατευθύνει τα ζώα με τα ηνία (γκέμια), που ήταν συνήθως τριχιές, που  συνδέονταν με το καπίστρι, ένα πλέγμα από δέρμα ή σχοινιά, που εφαρμοζόταν στο κεφάλι των ζώων.   Το αντίστοιχο της βουκέντρας για τα άλογα ήταν το μαστίγιο (καμουτσίκι,  «του καμτσικ΄ » ). Ήταν ένα δερμάτινο κορδόνι στερεωμένο στο άκρο ενός ραβδιού και με αυτό κτύπαγαν τα οπίσθια των αλόγων.

ΑΛΕΤΡΙ


   Κουραστικό το αργό όργωμα για τα ζώα, αλλά ακόμα πιο κουραστικό για τον γεωργό.  Ουδεμία σχέση με το σημερινό γεωργό, που οργώνει γρήγορα,  εποχούμενος στο δυνατό τρακτέρ του. Ακολουθούσε η σπορά και  κάλυψη των σπόρων με την σβάρνα, που πάλι έσερναν τα ζώα.  

Στα τέλη Νοεμβρίου είχαν τελειώσει οι εργασίες.  Ο χειμώνας, που ήταν βαρύς, εκείνες τις εποχές, δεν επέτρεπαν εξωτερικές εργασίες και οι γεωργοί ασχολούνταν με εσωτερικές εργασίες και τη συντήρηση του εξοπλισμού τους.  Οι γιορτές  των Χριστουγέννων αλλά και ολόκληρος ο Ιανουάριος ήταν  μέρες «διακοπών» για τους γεωργούς. 

Αφού πέρναγαν τα πολλά κρύα, άρχιζαν και πάλι οι ετοιμασίες. Γύρω στο Φεβρουάριο – Μάρτιο κάνανε διάφορα κλαδέματα, σκαλίσματα, αφαίρεση ζιζανίων κλπ.  Όλο τον χειμώνα τα «στάρια» ήταν χαμηλά. Με το άνοιγμα του καιρού, όμως άρχιζαν  να αναπτύσσονται και να παίρνουν μπόι.

 Το Μάρτη άρχιζαν οι εντατικές ετοιμασίες για τις θερινές αρδευόμενες καλλιέργειες.    Πρώτη φροντίδα του συνεταιρισμού ήταν η συντήρηση του καναλιού άρδευσης.  Το νερό με τη ροή μετέφερε και χώμα,  που  καθόταν στον πυθμένα και μείωναν την διατομή του καναλιού.   Με ευθύνη του Συνεταιρισμού, εργάτες με τσαπιά, αξίνες και φτυάρια απομάκρυναν τη λάσπη και άνοιγαν το κανάλι.  Για να διευκολύνεται το καθάρισμα, στο υπόγειο τμήμα υπήρχαν ανοίγματα  στην επιφάνεια του δρόμου, μέσω των οποίων,  απομάκρυναν τα χώματα. Τα ανοίγματα καλύπτονταν με τσιμεντένια πώματα.  Μετά το καθάρισμα  έκλεινε ο υδροφράκτης του νερόμυλου και άνοιγε ο υδροφράκτης του καναλιού. Το νερό  κυλούσε στο αυλάκι, για να ποτίσει τον  κάμπο και ο μύλος δεν λειτουργούσε   μέχρι το  Φθινόπωρο.   Ο κάμπος ζωντάνευε πάλι. Όργωμα, διευθέτηση σε βραγιές σπορά, πότισμα.  Τα φασόλια και τα καλαμπόκια σύντομα άρχιζαν να αναπτύσσονται και το πότισμα έπρεπε να ήταν τακτικό. Το νερό διακλαδιζόταν σε διάφορα μικρά κανάλια στον κάμπο και έφθανε στα χωράφια. Με απαραίτητο εργαλείο ένα τσαπί, ο γεωργός με φυσική ροή διοχέτευε το νερό στις βραγιές του.  Την ίδια εποχή, ετοίμαζαν και τα λίγα σχετικά ρεβίθια, που ήταν «ξερικά», δεν χρειάζονταν, δηλαδή, άρδευση.

Στις αρχές Ιουνίου, τα  φασόλια, τα καλαμπόκια και τα ρεβίθια είχαν θεριέψει και  τα «στάρια» είχαν  πια κιτρινίσει. Η μεγάλη καλοκαιρινή περιπέτεια άρχιζε.  Ο  θερισμός των σταριών έπρεπε να γίνει. Για να αποφύγουν τις ζεστές ακτίνες του ήλιου, άνδρες με ψαθωτά πλατύγυρα καπέλα  και  γυναίκες   με  κάλτσες στα χέρια και μαντήλια,  που κάλυπταν κεφάλι και σχεδόν όλο το πρόσωπο, έσκυβαν, έπιαναν  όσα ξεραμένα φυτά μπορούσαν  και τα έκοβαν με το δρεπάνι, που κρατούσαν στο άλλο χέρι.  Τα ξεραμένα φυτά είχαν στην  άκρη τα  στάχυα, φουσκωμένα    με καρπό αλλά και τα πολύ ενοχλητικά άγανα.   Πολλά  κομμένα φυτά δενόντουσαν μαζί και έκαναν ένα δεμάτι. Τα δεμάτια μεταφέρονταν στα αλώνια και στοιβάζονταν  και σχημάτιζαν τις λεγόμενες θημωνιές, που έμοιαζαν σαν μικρά σπίτια. Τα αλώνια ήταν ο χώρος επεξεργασίας της συγκομιδής.  Στη νοτιοκεντρική πλευρά, σε μικρή απόσταση από το σημερινό περιφερειακό δρόμο, που οδηγεί στο Κυμάσι,  υπήρχε ένα  τμήμα του κάμπου,  που έμενε ακαλλιέργητο. Κάθε γεωργός  κατείχε εκεί ένα κομμάτι και το χρησιμοποιούσε για αλώνι.  Επίσης, υπήρχαν και τα «Καλοερικά» αλώνια, στο χώρο απέναντι από το σημερινό κτίριο της Ένωσης συνεταιρισμών. Τα αλώνια αυτά εξυπηρετούσαν τα χωράφια του μικρού κάμπου, στα νοτιοδυτικά, που ανήκαν κυρίως στο μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, και γι αυτό τα αποκαλούσαν Καλογερικά (Καλοερικά)

                                
ΔΡΕΠΑΝΙ
                                        

ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΜΕ ΔΡΕΠΑΝΙΑ

    Με την αρχή του Ιουλίου, έπρεπε να ήταν όλα έτοιμα για το αλώνισμα, δηλαδή, η αποκοπή τα σταχιού και η απελευθέρωση του καρπού.  Το παραδοσιακό αλώνισμα ήταν μια   επίπονη εργασία. Τα κομμένα  φυτά τα στρώνανε σε κυκλική διάταξη στο έδαφος και ανάγκαζαν τα ζώα, κυρίως άλογα να τρέχουν κυκλικά πάνω στα απλωμένα φυτά. Η συνεχής τριβή από το πάτημα ελευθέρωνε τον καρπό. Η επόμενη φάση ήταν το «λίχνισμα ή ξανέμισμα». Όταν είχε λίγο άνεμο, με φτυάρια πέταγαν ψηλά το μίγμα και ο αέρας άφηνε να πέφτει ο πιο βαρύς καρπός, ενώ απομάκρυνε τα ελαφριά σκύβαλα (περιβλήματα) και τα άχυρα. Όμως, τη δεκαετία του’50 αυτή η ταλαιπωρία είχε εξαφανιστεί και στο Μαντούδι είχαμε την πρώτη μηχανοποιημένη επεξεργασία. Ξεκινώντας πρώτα από τα «Καλοερικά» αλώνια, το αλώνισμα αναλάμβανε η αλωνιστική μηχανή, που ήταν ένα  ογκώδες, κόκκινου χρώματος συγκρότημα στηριζόμενο σε μεταλλικούς τροχούς με τροχαλίες, ιμάντες, πολλά κινούμενα μέρη και μια «προβοσκίδα» στο ένα άκρο.  Η αλωνιστική μηχανή δεν ήταν αυτοκινούμενη και μετακινούταν, ρυμουλκούμενη από τρακτέρ. Το τρακτέρ, επίσης, έδινε την ενέργεια, που χρειαζόταν να λειτουργήσει.  Το τρακτέρ είχε μια τροχαλία, στην οποία, όταν χρειαζόταν, μεταφερόταν  η κίνηση   της μηχανής του.  Η τροχαλία αυτή συνδεόταν με ένα μακρύ και φαρδύ ιμάντα  με μια κεντρική τροχαλία της αλωνιστικής μηχανής  και με αυτό τον τρόπο, έπαιρνε κίνηση η αλωνιστική μηχανή.    Όμως, και πάλι τα πράγματα δεν ήταν απλά. Η μηχανή απαιτούσε συνδυασμένη συνεργασία πολλών ανθρώπων.  Τα δεμάτια από τις θημωνιές μεταφερόντουσαν στην οροφή της μηχανής και τα έριχναν  στη  χοάνη τροφοδοσίας.   Μετά την επεξεργασία στο εσωτερικό της μηχανής, ο καθαρός καρπός έβγαινε σε πλαϊνούς  οχετούς και συσκευαζόταν σε τσουβάλια.  Επίσης, στο πλάι έβγαιναν τα σκύβαλα, ενώ από την «προβοσκίδα» με το υπερυψωμένο άκρο, έβγαιναν τα άχυρα, δηλαδή η θρυμματισμένη καλαμιά, που  την   έλεγαν και σανό.   Ο σανός σιγά σιγά σχημάτιζε  εντυπωσιακούς σωρούς .

ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΜΕ ΖΩΑ


Για μας τους  «πιτσιρικάδες», που τότε γυρνάγαμε ελεύθεροι παντού, η όλη διαδικασία ήταν ένα θέαμα, που  φάνταζε ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Παρακολουθούσαμε από μακριά.  Υπήρχε ο φόβος ατυχήματος και κάθε προσπάθεια να πλησιάσουμε, αντιμετωπιζόταν με αγριάδα από τους   εργαζόμενους. Όμως, και για τους μεγάλους ο κίνδυνος ατυχήματος υπήρχε. Προσωπικά, ένιωσα άμεσα τον πόνο ενός ατυχήματος στην αλωνιστική μηχανή. Ένα καλοκαίρι,  ακούστηκε, ότι κάποια γυναίκα εργαζόμενη στη μηχανή, κτύπησε. Λίγο αργότερα, διαπίστωσα, ότι η τραυματίας ήταν η μητέρα μου, που είχε πάει να δουλέψει για ένα μικρό μεροκάματο. Ευτυχώς ο τραυματισμός δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρός.

ΑΛΩΝΙΣΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Το επόμενο βήμα ήταν  να μεταφερθούν με τα αμάξια τα μεγάλα τσουβάλια με τον καρπό    στις αποθήκες των σπιτιών.  Μονάδα βάρους ήταν τότε η οκά και η   ποσότητα του καρπού μετριόταν σε οκάδες.  Συνηθισμένος όμως τρόπος μέτρησης των καρπών ήταν «το πνακ» (πινάκι;). Ήταν ένα σιδερένιο και επιψευδαργυρωμένο κυλινδρικό δοχείο με ίσιο χερούλι  συγκεκριμένων διαστάσεων, με το οποίο  μετρούσαν τον όγκο του καρπού, που αντιστοιχούσε και σε συγκεκριμένο βάρος. Νομίζω, ότι ένα «πνακ» αντιστοιχούσε σε περίπου 20 οκάδες ή 25 κιλά. ‘Έτσι ήταν συνηθισμένη η έκφραση  «..τόσα  πνάκια σταρ'».   Η όλη διαδικασία, που αφορούσε τα «στάρια», τελείωνε με τη συμπίεση του σανού  σε μπάλες, δεμένες με σύρμα. Η συμπίεση γινόταν με μια ειδική μηχανή, που επίσης έπαιρνε κίνηση από τρακτέρ. Ο σανός ήταν σημαντική τροφή για τα ζώα και οι μπάλες μεταφέρονταν  σε αποθήκες (αχυρώνες).

Τον Αύγουστο, είχαν τελειώσει τα αλωνίσματα  των σταριών και γινόταν η συγκομιδή των φασολιών και των ρεβιθιών.  Ένα ένα τα φυτά με τους ξεραμένους καρπούς ξεριζωνόντουσαν με τα χέρια και μεταφέρονταν στο αλώνι. Ο αποχωρισμός του καρπών γινόταν αρχικά με τον κλασσικό τρόπο, δηλαδή   απλώνονταν  τα φυτά κυκλικά και  έβαζαν τα ζώα να τα πατάνε. Αργότερα,  αντικατέστησαν τα ζώα με το ελαστιχοφόρο τρακτέρ του Συνεταιρισμού και έκαναν την εργασία πιο ξεκούραστα και πιο σύντομα. Στη συνέχεια ακολουθούσε    κλασσικό λίχνισμα  και το καθάρισμα του καρπού.  Το επόμενο βήμα, μέχρι και τον  Σεπτέμβριο, ήταν η συγκομιδή του καλαμποκιού.   Και εδώ η εργασία ήταν επίπονη για την εποχή εκείνη, που δεν είχαν  μηχανικά μέσα. Μάζευαν ένα ένα τα «κουμούτσα» από τα φυτά  και τα μετέφεραν στο αλώνι. Ακολουθούσε η αφαίρεση του εξωτερικού περιβλήματος με τα χέρια και μετά η αποκόλληση των κόκκων  καρπού από τον εσωτερικό πυρήνα, ο εκκοκκισμός.  Η αποκόλληση του καρπού ήταν αρκετά δύσκολη! Η χρήση κάποιων σιδερένιων εργαλείων βοηθούσε λίγο την κατάσταση. Ριζική, όμως, λύση δόθηκε, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται μια  εκκοκκιστική  μηχανή, που έπαιρνε κίνηση από τρακτέρ. Τα ξεφλουδισμένα  «κουμούτσα» έπεφταν στη χοάνη της μηχανής στο πάνω μέρος.  Η μηχανή έβγαζε τον καρπό καθαρό σε πλαϊνό οχετό και πέταγε στην άλλη πλευρά τους γυμνούς πυρήνες, τα «βότσα», όπως τα λέγανε. Η μηχανή είχε απαλλάξει τους γεωργούς από μια άλλη επίπονη και χρονοβόρα εργασία. Την περίοδο αυτή  Αυγούστου-Σεπτεμβρίου με την αυξημένη δραστηριότητα, εμφανίζονταν στα αλώνια οι καλύβες. Ήταν πρόχειρα καταλύματα από ξύλα και κλαδιά, τα οποία έφτιαχναν σε κάθε αλώνι και στο οποίο διέμενε τη νύχτα ένα μέλος της οικογένειας του ιδιοκτήτη  γεωργού, για να φυλάει και να επιτηρεί τη συγκομιδή, που για αρκετό χρόνο ήταν απλωμένη στο αλώνι.

ΦΑΣΟΛΙΑ 

      Όλο το καλοκαίρι ο κάμπος έσφυζε από ζωή, γεμάτος ανθρώπους, ζώα και αμάξια.  Άνδρες γυναίκες και παιδιά δούλευαν, σκυμμένοι σχεδόν, όλη την ημέρα.  Η δουλειά ήταν σκληρή μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού και το νερό απαραίτητο.  Στο πηγάδι, που βρισκόταν τότε δεξιά του δρόμου, που κατέβαινε από το Σταυρό στον κάμπο  αλλά και στην  πηγή της Δάφνης γέμιζαν τα «μπακαρέλια», που ήταν πήλινα  δοχεία με επίπεδη τη μια πλευρά και μπορούσαν να τα κρεμάσουν στον ώμο. Απαραίτητο και το αλουμινένιο κύπελλο με χερούλι, το «κατσαρόλ'».  Μικρή ανάπαυλα ήταν το μεσημεριανό φαγητό. Όλα τα αναγκαία τα μετέφεραν μέσα σε καλάθια ή ταγάρια.  Τα καλάθια ήταν  φτιαγμένα με πλεκτά καλάμια και βέργες  λυγαριάς.  Τα πλεκτά καλάθια με το χερούλι και τα απλωτά πλεκτά πανέρια  ήταν πολύ συνηθισμένα για την εξυπηρέτηση  καθημερινών μεταφορικών αναγκών. Το ταγάρι ήταν μια τσάντα με κορδόνι για να κρέμεται από τον ώμο. Ήταν φτιαγμένο από   χοντρό υφαντό  με κόκκινες και μαύρες ρίγες. Άπλωναν μια μεγάλη πετσέτα στο έδαφος και «έστρωναν τραπέζι».  Τα φαγητά και τα ψωμιά τυλιγμένα σε υφαντές πετσέτες και σε αλουμινένια δοχεία με καπάκι και χερούλι, τα «γιουρδέλια».   
  Με το τέλος του Σεπτεμβρίου, οι κύριες γεωργικές εργασίες είχαν τελειώσει,  ο κάμπος ερήμωνε και άρχιζαν οι προετοιμασίες για τη νέα καλλιεργητική περίοδο.

 Όλα τα βουνά της Βόρειας Εύβοιας καλύπτονται από πυκνά δάση Χαλέπιας πεύκης. Εδώ υπάρχουν, ίσως, τα πιο θαλερά και σημαντικά πευκοδάση της Ελλάδας. Κάτοικοι των ορεινών κυρίως περιοχών αλλά και κάποιες οικογένειες στο Μαντούδι είχαν κύρια απασχόληση τη ρητινοκαλλιέργεια.  Η ρητίνη (ρετσίνα) του πεύκου είναι  πρώτη ύλη για τη Χημική βιομηχανία. Σήμερα έχει υποκατασταθεί μερικώς από άλλες συνθετικές ύλες, αλλά τη δεκαετία του ’50  ήταν πολύ σημαντική ύλη.  Η ρετσίνα είναι το παχύρευστο υγρό, που βγάζει το πεύκο, όταν πληγωθεί ο κορμός του, το οποίο στη συνέχεια παγώνει και γίνεται στερεό.  Σήμερα, η ρητινοκαλλιέργεια έχει κάπως απλοποιηθεί, αλλά τότε ήταν και αυτή μια επίπονη εργασία. Είναι μια καλοκαιρινή εργασία, γιατί το  χειμώνα με το κρύο τα πεύκα δεν παράγουν ρετσίνα. Οι εργασίες ξεκινούσαν  την άνοιξη.  Με ειδικά εργαλεία, τα σκεπάρνια, οι ρετσινάδες πελεκούσαν  τον κορμό  τους και  δημιουργούσαν  μια πλατιά πληγή. Στη βάση της πληγής κάρφωναν ένα τενεκεδάκι, σε τριγωνικό σχήμα, για τη συλλογή  της  ρετσίνας, που έρεε.  Ανά τακτά διαστήματα, μέχρι το Φθινόπωρο,  το πελέκημα επαναλαμβανόταν και η πληγή στο δένδρο μεγάλωνε. Επίσης, τακτικά, άδειαζαν τα τενεκεδάκια και συνέλλεγαν τη ρετσίνα σε μεγάλα δοχεία. Η πρόσβαση στα πεύκα δεν είναι πάντοτε εύκολη.  Το  επικλινές και ανώμαλο έδαφος  αλλά και οι πολλοί θάμνοι, που συνυπάρχουν με τα πεύκα,  δυσκολεύουν  την εργασία. Με το πελέκημα μαζεύονταν στη βάση του δέντρου τα πελεκούδια, που  ήταν περιζήτητα για προσάναμμα και τα μάζευαν οι χωριανοί.   Τα μεγάλα δοχεία με τη ρετσίνα μεταφέρονταν στο ρετσινόλακκο.   Ο ρετσινόλακος ήταν μια μισοβυθισμένη στο έδαφος τσιμεντένια σκεπασμένη δεξαμενή. Βρισκόταν  δίπλα  στο δρόμο, που οδηγεί στο γήπεδο,  κάτω ακριβώς από το εκκλησάκι του Αγ. Αθανασίου, δίπλα στο αρδευτικό κανάλι και δίπλα στα βρώμικα  κοινοτικά «ανακουφιστήρια».  Στο ρετσινόλακκο αποθήκευαν τη ρετσίνα, μέχρι την τελική διάθεσή της. Πριν πέσει η ρετσίνα στο λάκκο, ζυγιζόταν σε πλάστιγγες. Για τους πιτσιρικάδες ο  ρετσινόλακος ήταν περιοχή  απαγορευμένη.  Και εδώ κάθε προσπάθεια προσέγγισης αντιμετωπιζόταν με την ίδια αγριάδα. Η ιδέα, ότι μπορεί κάποιος να πέσει στο λάκκο με τη ρετσίνα, ήταν ανατριχιαστική.

Η  κτηνοτροφία είναι  κλάδος  ιδιαίτερα αναπτυγμένος  σε ορεινές περιοχές, που δεν προσφέρονται για καλλιέργεια, αλλά διαθέτουν βοσκότοπους. Όπως και σήμερα, στο Μαντούδι της δεκαετίας του ’50,  η κτηνοτροφία δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη.    Λίγοι κτηνοτρόφοι φρόντιζαν γίδια ή πρόβατα. Την Εποχή εκείνη,  η διατροφή των ζώων γινόταν με ελεύθερη βόσκηση και λιγότερο με έτοιμη τροφή.  Οι τσοπάνηδες έπρεπε να οδηγούν τα κοπάδια τους  στους βοσκότοπους  αλλά και  μακριά από καλλιεργημένες εκτάσεις, για να μην προκαλούνται ζημιές στα σπαρτά. Μας εντυπωσίαζε η θέα ενός κοπαδιού με τον χαρακτηριστικό ήχο των κουδουνιών, που κρέμονταν από το λαιμό των ζώων και η θέα των μεγαλόσωμων αρσενικών με τα μεγάλα κέρατα και την αυστηρή όψη.  Σε πλαγιές κοντά ή μέσα στο δάσος, υπήρχαν τα λίγα μαντριά, στα οποία φύλαγαν τα ζώα.  Ήταν κατασκευασμένα  με καλάμια ή χοντρές και μακριές βέργες. Ήταν μάλλον πρόχειρες, ιδιότυπες κατασκευές, οι οποίες, σήμερα, έχουν εκλείψει. Επίσης, εκείνο, που δεν βλέπουμε, σήμερα, είναι τα δοχεία μεταφοράς γάλακτος, τις   «καρδάρες». Ήταν ημικυλιδρικά μεταλλικά δοχεία και το σχήμα τους  διευκόλυνε τη φόρτωσή τους στα ζώα.  

 Η αλιεία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Αν και η θάλασσα είναι κοντά, δεν υπήρχαν επαγγελματίες ψαράδες, ούτε το Κυμάσι, που αποτελεί το επίνειο του Μαντουδιού, είχε ποτέ αλιευτικές εγκαταστάσεις ή λιμενικές διευκολύνσεις. Τη  δεκαετία του ’50, ελάχιστοι,  ερασιτεχνικά ασχολούνταν  με το ψάρεμα και γενικά με θαλασσινά.   Υπήρχαν μόνο λίγες βάρκες και χρησιμοποιούσαν το ποτάμι, που φαρδαίνει λίγο, πριν εκβάλλει στη θάλασσα,  για ελλιμενισμό.  Το Κυμάσι ήταν σπουδαίο, γιατί εκεί υπήρχαν οι εγκαταστάσεις φόρτωσης σε πλοία του μεταλλεύματος, που παρήγαγαν οι δυο μεταλλευτικές εταιρείες της εποχής. 

 

 

                                        ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ     

Εκτός από τις δραστηριότητες, που αποτελούσαν κύρια απασχόληση, υπήρχαν και άλλες γεωργικές ή κτηνοτροφικές δραστηριότητες για κάλυψη οικογενειακών αναγκών, που ασκούσαν  και μη κατ΄επάγγελμα γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, που  διέθεταν μικρή καλλιεργήσιμη έκταση ή μπορούσαν να εκθρέψουν κάποιο ζώο.  Η πιο σημαντική δευτερεύουσα δραστηριότητα ήταν η  αμπελουργία. Το κρασί ήταν μια καθημερινή ανάγκη και απόλαυση για τους περισσότερους σκληρά εργαζόμενους.   Αρχίζοντας από τον Φλεβάρη, ξεκίναγαν με το κλάδεμα, που ήταν εύκολο, αλλά μετά ακολουθούσε το δύσκολο σκάψιμο, που τότε γινόταν με το τσαπί και χρειαζόταν  σωματική δύναμη και αντοχή. Το κλίμα είναι ένα ευαίσθητο φυτό, ευάλωτο σε μικροργανισμούς και μόλις «σκάσουν» οι βλαστοί και τα φύλλα χρειάζεται φροντίδα και προστασία.  Έτσι, έκαναν το θειάφισμα, δηλαδή με  ειδικά δοχεία έριχναν στα φύλλα σκόνη θειαφιού. Επίσης έκαναν ράντισμα με «βορδιγάλειο πολτό».  Ο βορδιγάλειος πολτός ήταν ένα  διάλυμα  που παρασκεύαζαν με τριμμένη γαλαζόπετρα, λιωμένο ασβέστη και νερό. Με το μείγμα οι καλλιεργητές ψέκαζαν  τα φύλλα των κλιμάτων με ειδικούς χάλκινους και βαρείς ψεκαστήρες, που κουβαλούσαν στον ώμο.  Εδώ, δηλαδή, είχαμε χρήση κάποιου είδους «φαρμάκων», αν και  δεν είχε εμφανιστεί ακόμα η μαζική χρήση τους. Αργά την άνοιξη, γινόταν το κορφολόγημα, δηλαδή η μείωση του μήκους των βλαστών, για να δυναμώσουν τα σταφύλια, που ήδη είχαν σχηματιστεί και  μεγάλωναν σιγά σιγά. Αν όλα πήγαιναν καλά, τον Σεπτέμβριο γινόταν ο «τρύγος» δηλαδή η συγκομιδή των ώριμων γλυκών σταφυλιών με την ποικιλία χρωμάτων και  γεύσεων. Προηγουμένως, ετοίμαζαν τα ξύλινα ειδικού σχήματος βαρέλια, στα οποία γινόταν η παρασκευή και η αποθήκευση του κρασιού.  Τα βαρέλια έβγαιναν στην αυλή ή στον δρόμο και άδειαζαν από τα υπολείμματα της προηγούμενης χρονιάς. Τα έπλεναν στην αρχή με κρύο νερό και μετά τα «στιφαρίζανε». Σε μεγάλα χάλκινα καζάνια βράζανε νερό μαζί με διάφορα αρωματικά φύλλα, πεύκο, δάφνη, σμυρτιά κλπ και φιάχνανε καυτό αρωματισμένο νερό. «Στιφάρισμα» ήταν πλύσιμο με το ζεστό αρωματισμένο νερό, που αποσκοπούσε στην απολύμανση του βαρελιού και τον εμποτισμό του με τα αρωματικά συστατικά των φύλλων και τα οποία εν μέρει περνούσαν στο κρασί. Αμέσως, ακολουθούσε ο τρύγος, μια δουλειά, που έπρεπε να τελειώσει σύντομα και χρειαζόταν πολλά χέρια. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά ακόμα έκοβαν τα τσαμπιά, τα έβαζαν στα καλάθια και με αυτά γέμιζαν   τις  κόφες, τα  μεγάλα, πλεκτά  με βέργες λυγαριάς, δοχεία. Οι «κόφες» με τα  σταφύλια μεταφερόντουσαν στο πατητήρι. Το μόνιμο πατητήρι ήταν  μια κτιστή και επαλειμμένη με τσιμέντο μικρή δεξαμενή. Σε κάποια απόσταση κάτω από το χείλος έμπαιναν ξύλινες σανίδες, που άφηναν μικρά κενά μεταξύ τους και σχημάτιζαν το πάτωμα.  Στο πάτωμα  έριχναν τα σταφύλια και  τα πάταγαν  συνήθως νέοι άνδρες, «χορεύοντας»  με γυμνά πόδια. Τα σταφύλια έπρεπε να λιώσουν,  για να ελευθερωθεί  ο μούστος, που πέρναγε μέσα από τα κενά των σανίδων και συγκεντρωνόταν στο κάτω μέρος της δεξαμενής. Η απόληψη του μούστου γινόταν  με μια στρόφιγγα, που υπήρχε στη βάση της δεξαμενής.   Εκτός από τα μόνιμα κτιστά υπήρχαν και   μικρά φορητά ξύλινα πατητήρια.  Για να πάρουν όμως όλο το μούστο, έπρεπε τα λιωμένα σταφύλια να στυφτούν.   Ο στύφτης ήταν ένα μεταλλικό εργαλείο, με το οποίο ασκούσαν πίεση σε μια στοίβα από  λιωμένα σταφύλια, τα «στέφλα» (στέμφυλα), με τη βοήθεια ενός χοντρού κοχλία. Ο κοχλίας «βιδωνόταν» με τα χέρια και τη χρήση  μοχλών και συμπίεζε τα στέμφυλα, απομακρύνοντας το μούστο. Ο μούστος έμπαινε τελικά στα ξύλινα βαρέλια, που είχαν ετοιμαστεί.  Για να γίνει καλά η ζύμωση  του μούστου σε κρασί, πρέπει ο μούστος να έχει ορισμένα χαρακτηριστικά.  Τότε δεν ήταν προσιτοί  οι ειδικοί  για τον έλεγχο και τη βελτίωση του μούστου και η εμπειρία του παραγωγού ήταν σημαντικός παράγων επιτυχίας.  Πρακτικός έλεγχος της πυκνότητας, δηλαδή της περιεκτικότητας σε σάκχαρα,  γινόταν με ένα   φρέσκο αυγό. Έβαζαν σε ένα δοχείο με μούστο  το αυγό. Αν το αυγό επέπλεε, σήμαινε ότι ο μούστος ήταν αρκετά πυκνός. Αν δεν επέπλεε, προσέθεταν ζάχαρη, για να τον δυναμώσουν.   Απαραιτήτως, στον μούστο έβαζαν ρετσίνα  πεύκου.  Η ρετσίνα προσέδιδε μόνον μια ιδιαίτερη γεύση στο κρασί, αρεστή στους περισσότερους  και τίποτα άλλο. Για τους δύο επόμενους μήνες γινόταν το «βράσιμο», δηλαδή η ζύμωση του μούστου σε κρασί.  Το πετυχημένο, εύγευστο κρασί  ήταν  η αμοιβή των κόπων της χρονιάς.  Καμιά φορά υπήρχαν και ατυχίες και η προσπάθεια κατέληγε ή σε κρασί κακής ποιότητας ή σε ξύδι για τις σαλάτες.      

                           

                                                           ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΨΕΚΑΣΤΗΡΑΣ


       Τα περιβόλια και τα μποστάνια ήταν μια άλλη δραστηριότητα. Αν και οι περισσότερες καλλιέργειες αποσκοπούσαν σε προσωπική κατανάλωση, υπήρχαν και κάποιοι,  που το έκαναν για εμπορική εκμετάλλευση. Μικρά μποστάνια υπήρχαν στον κάμπο, στα οποία καλλιεργούσαν  καρπούζια, πεπόνια και τα ξυλάγγουρα, που ήταν κάτι μεταξύ αγγουριού και πεπονιού, που σήμερα δεν βλέπουμε.  Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι τότε υπήρχαν  αρκετά είδη καρπουζιών  και πεπονιών, με ποικιλία, σχημάτων, μεγεθών, χρωμάτων και γεύσεων. Σήμερα,  έχουν εκλείψει όλα αυτά και  καλλιεργούνται λίγες και διαφορετικές ποικιλίες.  Τα περισσότερα περιβόλια υπήρχαν στη βορειοδυτική πλευρά του χωριού, πριν τη γέφυρα, που, τώρα, είναι όλη  γεμάτη με σπίτια  και στην περιοχή «Μπαραμύλους», (Πέρα Μύλος;) στη δυτική πλευρά του δημοσίου δρόμου, αμέσως μετά την γέφυρα, εκεί, που σήμερα έχει επεκταθεί ο οικισμός. Στα περβόλια παράγονταν τα συνηθισμένα κηπευτικά.  Οι καλοκαιρινές καλλιέργειες ήταν ποτιστικές και χρειάζονταν   βραγιές και κατάλληλη διαμόρφωση, ώστε το πότισμα να γίνεται με φυσική ροή του νερού.   Την περιοχή «Μπαραμύλους» εξυπηρετούσε ένα αρδευτικό κανάλι, που ξεκινούσε από το ποτάμι, σε κάποιο σημείο πιο ψηλά. Το κανάλι πέρναγε από τη δυτική πλευρά του δρόμου, λίγο πιο νότια  από τα «Καλοερικά» αλώνια και έφθανε μέχρι τη γέφυρα.  Οι περβολάρηδες με δευτερεύοντα κανάλια διοχέτευαν το νερό στις βραγιές τους, για να ποτίσουν. Τη βορειοδυτική πλευρά  εξυπηρετούσε ένα άλλο μικρό αρδευτικό κανάλι, που σχηματιζόταν με μερική εκτροπή του κεντρικού αρδευτικού καναλιού, που γινόταν στο σημείο εξόδου από την υπόγεια διαδρομή, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Ιφιγένειας και Μεταλλωρύχων (Σκαλιστήρη).  Το κανάλι αυτό ακολουθούσε τη βόρεια πλευρά του κεντρικού δρόμου (Μεταλλωρύχων) και κατέληγε στα περβόλια.  Τα πράγματα δεν ήταν πάντα ρόδινα. Συχνά υπήρχαν γκρίνιες, διενέξεις και τσακωμοί, γιατί το νερό δεν επαρκούσε για το σύγχρονο πότισμα των περβολιών  και όπως συμβαίνει πάντοτε με τους ανθρώπους,    η  συνεννόηση,  η συνεργασία και η αλληλοκατανόηση είναι δύσκολα πράγματα.

Τα κουκιά ήταν  μια τακτική βοηθητική καλλιέργεια, που δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, γιατί δεν χρειαζόταν πότισμα. Ξεκίναγε στις αρχές του έτους και στο τέλος της άνοιξης ο καρπός ήταν έτοιμος. Παράγονταν επίσης φακές σε πολύ περιορισμένη κλίμακα.  Στην περιοχή «Τοίχος» υπήρξε και ένας ελαιώνας. Μια παγωμένη, όμως,  χειμωνιάτικη νύχτα τα δένδρα πάγωσαν και «κάηκαν». Κανείς δεν τόλμησε να ξαναφυτέψει ελαιόδεντρα  και ο ελαιώνας εξαφανίστηκε. Επίσης, υπήρχαν οπωροφόρα δένδρα, διαφόρων ειδών για ίδια κατανάλωση, όχι όμως οργανωμένοι οπωρώνες.  Μήλα, αχλάδια, ροδάκινα, βερίκοκα, ρόδια, καρύδια, αμύγδαλα ήταν τα πιο συνηθισμένα. Τα εσπεριδοειδή   έλειπαν, γιατί  δεν μπορούσαν να αντέξουν τους δριμείς Χειμώνες της Εποχής εκείνης.

Υπήρχαν τοτε και ανάλογες κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Πολλές οικογένειες, που είχαν τις δυνατότητες, φρόντιζαν κατσίκες (γίδες)   για να εξασφαλίζει η οικογένεια κρέας και γάλα.  Η διατήρηση   των  ζώων απαιτούσε χώρο   και  τροφή. Συνήθως, τις  «δένανε»  σε τοποθεσίες  εκτός του οικισμού, για να βοσκήσουν ή   μεταφέρανε κλαριά  και χόρτα στο χώρο σταβλισμού.  Υπήρχαν και ελάχιστα τραγιά,  τα οποία με πληρωμή των αφεντικών τους αναλάμβαναν να γονιμοποιούν τις γίδες του χωριού. Κάποια εποχή, επαγγελματίες τσοπάνηδες αναλάμβαναν επί πληρωμή τη βόσκηση  των ζώων. Τα παραλάμβαναν το πρωί και τα παρέδιδαν το απόγευμα.  Τις πρωινές και τις απογευματινές ώρες τα κοπάδια διέσχιζαν τους κεντρικούς δρόμους του χωριού και σχημάτιζαν γραφικές εικόνες.

Η εκτροφή γουρουνιών ήταν επίσης μια άλλη δραστηριότητα για κάλυψη οικιακών αναγκών, για όσους μπορούσαν   να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους. Οι εκτροφείς προμηθεύονταν  την άνοιξη νεογέννητα γουρούνια και άρχιζαν να τα θρέφουν. Τα  έδεναν σε πρόχειρες καλύβες, συνήθως κοντά στο ποτάμι.  Τα παμφάγα αυτά ζώα,  βουτηγμένα συνεχώς σε λάσπη, έτρωγαν τα πάντα και μεγάλωναν,  αυξάνοντας το στρώμα λίπους κάτω από το δέρμα τους. Τις παραμονές των Χριστουγέννων  το βάρος τους ήταν αρκετό και η ζωή τους έφθανε στο τέρμα.  Το χοιρινό κρέας  ήταν το κατ’ εξοχήν χριστουγεννιάτικο έδεσμα. Το υπόλοιπο σώμα με κατάλληλη επεξεργασία  παρείχε τροφή για όλο τον χειμώνα. 

Μια πιο συνηθισμένη  οικιακή δραστηριότητα ήταν και είναι  η ορνιθοτροφία. Το κόστος διατροφής είναι σχετικά μικρό και  οικογένειες με περιορισμένες δυνατότητες  μπορούσαν να εκτρέφουν κότες. Σήμερα οι κότες ζουν φυλακισμένες σε απομακρυσμένες τοποθεσίες έξω από τον οικισμό. Την  Εποχή εκείνη οι κότες και οι πετεινοί  (κότις κι πιτνοί) ζούσαν δίπλα και παράλληλα με τους ανθρώπους. Σχετικά  σκηνικά και ακούσματα  σήμερα έχουν εκλείψει και για μας αποτελούν αναμνήσεις του μακρινού παρελθόντος. Τα πουλερικά τότε κυκλοφορούσαν ελεύθερα,   παντού στο  χωριό,  στους δρόμους, στις αυλές, στις αλάνες.  Ακόμα και μέσα στα σπίτια μπαίνανε, αν έβρισκαν ανοικτές πόρτες και μύριζαν κάτι φαγώσιμο. Οι κότες, που έδιναν τα αυγά, ήταν περισσότερες και ζούσαν περισσότερο. Οι περισσότεροι πετεινοί με την ενηλικίωση τους όδευαν   προς την κατσαρόλα. Ελάχιστοι «τυχεροί»  αναλάμβαναν την αναπαραγωγή και  παρέτειναν τη ζωή τους,  επιβάλλοντας   την παρουσία τους   με το μεγαλύτερο σώμα, το χοντρό λειρί και το πλουμιστό φτέρωμα. Η συνύπαρξη δυο πετεινών (κοκοριών) στον ίδιο χώρο ήταν δύσκολη και οδηγούσε σε έντονες διαμάχες.   Συχνά βλέπαμε θεαματικές και διασκεδαστικές  κοκορομαχίες.  Η διατροφή των πουλερικών  περιλάμβανε μεγάλη «γκάμα». Υπολείμματα της ανθρώπινης διατροφής αλλά και σπόρους, χόρτα, σκουλίκια, έντομα, ακόμα και ζωϊκά και ανθρώπινα κόπρανα. Συνεχώς σκαλίζανε το έδαφος για αναζήτηση τροφής.  Κάποιες φορές μαζί με το σκάλισμα έχωναν όλο τους το σώμα σε αφράτο χώμα και   έπαιρναν και κάποιο "χωματόλουτρο". Γεμίζανε  τον τόπο με τα δικά τους περιττώματα, τις «κουτσιλιές», αλλά, συγχρόνως,  «καθαρίζανε» το περιβάλλον από άλλες ακαθαρσίες και τις μετέτρεπαν σε κρέας και αυγά. Την τροφή τους συμπλήρωνε ο νοικοκύρης  με πίτουρα, καλαμπόκι ή άλλους σπόρους.  Οι νοικοκυρές του σπιτιού, συνήθως, φωνάζοντας «πουλ, πουλ!» προσκαλούσαν τις κότες και τις τάιζαν. Αντίθετα με το   «ξου, ξού!» και κίνηση των χεριών προσπαθούσαν να τις απομακρύνουν, όταν ήταν ενοχλητικές. Ένα «κρούπ», δηλαδή το κάτω μέρος μιας σπασμένης πήλινης στάμνας  με νερό, ξεδίψαγε τις κότες.  Ο τρόπος, που πίνουν νερό οι κότες είναι αστείος, γιατί  με κάθε γουλιά  σηκώνουν το κεφάλι ψηλά, σαν να κοιτάνε τον ουρανό. Απαραίτητη και η φωλιά,  για να γεννάνε τα αυγά.  Σε  κάποια σκοτεινή γωνιά σε καλύβα  ή αποθήκη βάζανε λίγα άχυρα και το «προσφόλι», ένα παλιό αυγό ή πέτρινο ομοίωμα  αυγού.   Το «σκηνικό» αυτό προέτρεπε  την κότα, να γεννήσει στο συγκεκριμένο σημείο.  Το κόλπο δεν πετύχαινε πάντοτε  και κάποιες φορές   οι κότες  κάνανε άλλες επιλογές και «ξενογεννάγανε».  Μετά τη γέννα, η κότα  κακάριζε και διαλαλούσε το γεγονός.  Η ωοτοκία κάποτε σταμάταγε και η κότα με χαρακτηριστικό ήχο δήλωνε, ότι ήθελε να γίνει μάνα, δηλαδή, να γίνει κλώσα και  να επωάσει αυγά.   Τη βάζανε, να επωάσει γονιμοποιημένα αυγά και μετά από κάποιο διάστημα εμφανιζόταν, να οδηγεί  και να φροντίζει τα βλαστάρια της, που δεν ήταν απαραίτητο να φέρουν τα δικά της γονίδια. Η κλώσα ήταν υπερπροστατευτική. Με το φτέρωμα της κάλυπτε  και προστάτευε τα πουλάκια της και γινόταν    επιθετική, όταν υποψιαζόταν  κίνδυνο.   Για τους πετεινούς  το άλλο  καθήκον ήταν το λάλημα με δυνατή χαρακτηριστική φωνή.   Πριν ακόμα ξημερώσει, ακούγαμε σαν συναυλία το λάλημα των πετεινών.  Συνέχιζαν και κατά τη διάρκεια της ημέρας,  σαν να ήθελαν να πουν κάτι ή σαν να μετράγανε τον χρόνο.    Τέλος, απαραίτητο ήταν και το «σπίτι» τους, δηλαδή το κοτέτσι.  Ήταν συνήθως υπερυψωμένο καλυβάκι  στηριγμένο σε ένα η δύο πασσάλους.  Με αυτό τον τρόπο, προστάτευαν τις κότες από τις αλεπούδες, που διεκδικούσαν κρέας κότας.  Με το σούρουπο, τα πουλερικά έμπαιναν  στο κοτέτσι, για να διανυκτερεύσουν και νωρίς το πρωί πάλι έξω.  Και σήμερα, εξακολουθεί να υπάρχει οικιακή  ορνιθοτροφία. Οι κότες, όμως, ζούνε «φυλακισμένες» σε απομακρυσμένους χώρους και έπαψαν, να κάνουν «παρέα» με τους ανθρώπους.    

Ανάλογη ήταν και η εκτροφή παπιών από οικογένειες, που ζούσαν κοντά στο ποτάμι ή τα αρδευτικά κανάλια. Οι πάπιες με το πλατύ ράμφος και τα σαν κουπιά πόδια, περπάταγαν με αστείο και αδέξιο τρόπο στο έδαφος αλλά κολυμπούσαν με χάρη στο νερό, βουτώντας το κεφάλι σε αναζήτηση τροφής.  Κάποιοι είχαν γαλοπούλες. Κάναμε χάζι με τα αρσενικά, τους γάλους. Συχνά, έπαιρναν ιδιόμορφο ύφος, με τα λειριά τους να  κρέμονται και τα   φτερά να είναι ανασηκωμένα. Όταν δε ακούγανε κάποια φωνή ή σφύριγμα, αντιφωνούσαν αμέσως με τη δική τους περίεργη λαλιά. Ακόμα και  περιστέρια διατηρούσαν ορισμένοι.  Σε ψηλά σημεία στους τοίχους των σπιτιών,  τοποθετούσαν ξύλινες κατασκευές με μικρά χωρίσματα,  για να φωλιάζουν τα περιστέρια, που πέταγαν ελεύθερα, αλλά επέστρεφαν πάντοτε στις φωλιές τους. Τα μικρά περιστέρια, τα πιτσούνια, αποτελούσαν εκλεκτό έδεσμα.

Άλλες δυνατότητες έκτακτης εξεύρεσης τροφής ήταν το ερασιτεχνικό  ψάρεμα και το κυνήγι. Οι κυνηγοί ήταν λίγοι. Με το  όπλο στον ώμο και με τη βοήθεια των σκυλιών εξασφάλιζαν κάποιο μεγαλόσωμο πουλί ή κανένα λαγό.  Ακόμα λιγότεροι ήταν, όσοι ψάρευαν στο ποτάμι ή στη θάλασσα.  Το ποτάμι είχε τότε αρκετά ψάρια και οι ψαράδες βούταγαν με μεγάλες κόφες και έπιαναν ψάρια.  Μπορούσαν ακόμα να  βρουν και καβούρια, που τότε υπήρχαν στο ποτάμι. Στη θάλασσα ψάρευαν με βάρκα ή από την ακτή.  Ένας επικίνδυνος, καταστρεπτικός και παράνομος  τρόπος ψαρέματος,    ήταν αυτός με τη δυναμίτιδα.  Οι ψαράδες πέταγαν μια μικρή ποσότητα δυναμίτιδας με το καψούλι στη θάλασσα  και η έκρηξη που ακολουθούσε, σκότωνε κάθε ζωή σε μια μικρή περιοχή της θάλασσας. Καμιά φορά, όμως η έκρηξη γινόταν στα χέρια του ψαρά με τραγικές συνέπειες.  Η θάλασσα τότε διέθετε και αρκετά άλλα βρώσιμα ζωύφια σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από ότι σήμερα.  Αντικείμενα συλλογής ήταν αχινοί, πεταλίδες, στρούμπια (θαλάσσια σαλιγκάρια), διάφορα κοχύλια, καλόγνωμες, καβούρια, και άλλα θαλασσινά, με τα οποία έφτιαχναν νοστιμότατα φαγητά. Στα χωράφια και το δάσος εκτός από άγρια χόρτα, στις αρχές του φθινοπώρου με τις πρώτες βροχές,  μάζευαν νόστιμα σαλιγκάρια και αργότερα προς το χειμώνα, μανιτάρια τις μανίτες, όπως τα λέγανε. Υπήρχαν πολλών ειδών μανιτάρια  και ο συλλέκτης έπρεπε να γνωρίζει, ποια ήταν τα βρώσιμα και ποια τα δηλητηριώδη.   


                          ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 Μέχρι τη δεκαετία του ’50, οι χερσαίες μεταφορές με μηχανικά μέσα, στην επαρχιακή Ελλάδα,   ήταν περιορισμένες. Ειδικά στη γεωργική δραστηριότητα και τις άλλες πρωτογενείς δραστηριότητες ήταν ανύπαρκτες.   Όπως επί αιώνες,  οι ίδιοι οι άνθρωποι, αλλά κυρίως   τα γαϊδούρια, τα άλογα, τα μουλάρια (υβρίδιο αλόγου-γαϊδουριού)  και τα βόδια παρείχαν την απαιτούμενη ενέργεια για τις μεταφορές.  Στα ορεινά μέρη της Ελλάδας, που είναι και τα περισσότερα,  τα γαϊδούρια, τα άλογα, τα μουλάρια μετέφεραν τα φορτία στη ράχη τους, γιατί αρκούσε ένα μονοπάτι, για να κινηθούν.  Στα πιο πεδινά μέρη, όπου μπορούσαν να διαμορφωθούν δρόμοι, χρησιμοποιούσαν ζωήλατα τροχοφόρα μέσα, τα αμάξια, που έσερναν τα ζώα.    Το πιο συμπαθές και προσιτό και εύκολο ζώο  ήταν   το γαϊδούρι, που το έλεγαν και γομάρι (γουμάρ').  Στο Μαντούδι της δεκαετίας του ‘50 ήταν το άμεσο μέσο για μεταφορές μικρών φορτίων. Για μεγαλύτερα φορτία χρησιμοποιούσαν τα αμάξια. Το γαϊδούρι, υπάκουο και υπομονετικό, αναλάμβανε, χωρίς αντιρρήσεις, να μεταφέρει στη ράχη του ανθρώπους,  και οτιδήποτε άλλο ήθελε το αφεντικό του. Απαραίτητα «εξαρτήματα», το καπίστρι ή καπστράνα και το σαμάρι. Το καπίστρι ήταν ένα πλέγμα κατασκευασμένο με δέρμα ή χοντρά σκοινιά, δενόταν στο κεφάλι του και κατέληγε σε ένα χοντρό σκοινί (τριχιά), με το οποίο μπορούσε κάποιος, να διευθύνει το ζώο. Το σαμάρι ήταν ένα ξύλινο πλαίσιο, το οποίο,  μέσω ενός μαξιλαροειδούς υποστρώματος, εφαρμοζόταν στη ράχη του ζώου.  Ένα ζωνάρι και ένα δερμάτινο πλέγμα, που κάλυπτε τα οπίσθια του ζώου, τα «καπούλια», στερέωνε το σαμάρι στο σώμα του ζώου. Ως επιβατικό μέσο  μπορούσε να κουβαλήσει έναν ενήλικα, που καθόταν πλαγιαστά, στο σαμάρι. Ένας δεύτερος αναβάτης, συνήθως μικρός, μπορούσε να κάτσει  διχαλωτά στα «καπούλια». Προσωπικά, έχω δοκιμάσει τα καπούλια και δεν μπορώ να πω, ότι η «καβάλα», που «έφαγα», ήταν  άνετη.  Ελάχιστοι  νεαροί, που χρησιμοποιούσαν το γαϊδούρι για μεταφορά, καθόντουσαν διχαλωτά στο σαμάρι, ενώ σε άλλες  περιπτώσεις καβαλίκευαν τη ράχη του ζώου, χωρίς σαμάρι.  Για τη μεταφορά φορτίων  το αφεντικό του ζώου έδενε στο σαμάρι  με  τριχιές,  όποιο φορτίο ήθελε να μεταφέρει,    με κατάλληλο τρόπο, ώστε να διατηρείται η ισορροπία και να μη κινδυνεύει το φορτίο με ανατροπή.  Ο ίδιος, ακολουθούσε αναγκαστικά, περπατώντας,  εκτός, αν το φορτίο ήταν μικρό και το κανόνιζε έτσι, ώστε και ο ίδιος να μετακινηθεί «καβάλα».  

 Τα άλογα και τα μουλάρια,  πιο μεγαλόσωμα και πιο ανθεκτικά, φορούσαν μεγαλύτερο σαμάρι και μπορούσαν να μεταφέρουν μεγαλύτερο φορτίο. Η χρήση τους ήταν παρόμοια με αυτή των γαϊδουριών.  Σε ορεινές περιοχές σχηματιζόταν κομβόι ζώων, που έκαναν μαζικές μεταφορές. Τα άλογα τα χρησιμοποιούσαν και για μεταφορά κορμών δένδρων από το δάσος. Οι ξυλοκόποι δεν διέθεταν μηχανικά μέσα και  κόβανε  με τσεκούρια και πριόνια τα δένδρα. Καθάριζαν τους κορμούς και τους προσδένανε με αλυσίδες στις λαιμαριές αλόγων. Τα άλογα έσερναν τους κορμούς μέχρι τους τόπους επεξεργασίας.  Συχνά, βλέπαμε άλογα  να σέρνουν κορμούς στους δρόμους του χωριού. Εικόνες με καβαλάρηδες να  κάθονται σε σέλες και να ιππεύουν καλπάζοντα άλογα,   ήταν άγνωστες στο Μαντούδι. Τα μόνα σελωμένα άλογα, που σπάνια βλέπαμε, ήταν αυτά, που  ερχόντουσαν από την Σκυλόγιαννη (Κήρινθο) και ανήκαν στο μεγαλοκτηματία  του χωριού. 

Η χρήση των αλόγων, ως αυτοτελών μεταφορικών μέσων, στο Μαντούδι,  ήταν περιορισμένη, γιατί τον κύριο λόγο στις μεταφορές είχαν τα  αμάξια, που τα έσερναν βόδια ή άλογα.  Από εικόνες, που βλέπουμε, το πιο γνωστό μεταφορικό μέσο της εποχής εκείνης, στην Ελλάδα, είναι  το δίτροχο κάρο.  Ήταν ένα    όχημα με ρόδες μεγάλης διαμέτρου, συνήθως χρωματιστό και στολισμένο, που το έσερνε άλογο ή μουλάρι.  Στο Μαντούδι, όμως, επικρατούσε το τετράτροχο   αμάξι.  Τα αμάξια αυτά είναι γνωστά και ως αραμπάδες, αλλά οι Μαντουδιανοί δεν χρησιμοποιούσαν την τουρκογενή αυτή λέξη. Παρόμοια οχήματα χρησιμοποιούσαν και σε άλλα πεδινά μέρη της Ελλάδας, αλλά από  εικόνες αμαξιών, που βλέπουμε από άλλες περιοχές,   συμπεραίνεται,  ότι το Μαντουδιανό  αμάξι, τουλάχιστον εξωτερικά,  ήταν κάπως ιδιόμορφο.  Θεωρώ το αμάξι της εποχής εκείνης κομμάτι της τοπικής ιστορίας και θα είχε ενδιαφέρον, αν είχε διατηρηθεί ένα από αυτά. Δυστυχώς, όμως, μπορούμε να το δούμε μόνο σε φωτογραφίες.  Θα προσπαθήσω να περιγράψω το αμάξι, έτσι όπως το θυμάμαι και το έχω ζήσει,  πριν περίπου 65 χρόνια.

ΒΟΪΔΑΜΑΞΑ

Τα αμάξια, που  τραβούσαν βόδια (βόια),  τα λέγαν και βοιδάμαξες, ήταν πολύ περισσότερα, ενώ τα  ιππήλατα ήταν ελάχιστα.   Τις πιο έντονες αναμνήσεις έχω από ένα ιππήλατο, που  είχα πολλές φορές «καβαλήσει» και κάποιες φορές «οδηγήσει», όταν ακολουθούσα τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, που ήταν γεωργοί και είχαν ιππήλατο αμάξι. Η κατασκευή και των δύο ειδών ήταν ίδια, διέφεραν μόνο στο σύστημα έλξης από τα ζώα, όπως συνέβαινε και με την περίπτωση του οργώματος.    Το πλαίσιο του αμαξιού ήταν μια πολύ απλή κατασκευή. Αποτελείτο από ένα διάμηκες, συνήθως, κυλινδρικό δοκάρι.  Καθέτως προς το δοκάρι ήταν στερεωμένα σε απόσταση τα φορεία των τροχών,  δεμένα με  σιδερένιους σφικτήρες.  Τα φορεία κατέληγαν σε μεταλλικά κυλινδρικά άκρα, που αποτελούσαν τους άξονες, πάνω στους οποίους   εφαρμόζονταν οι τροχοί.  Οι άξονες κατέληγαν σε σπείρωμα.  Το μπροστινό φορείο    ήταν αρθρωτό, ώστε να μπορεί να αλλάζει η κατεύθυνση κίνησης, (να στρίβει).   Κατευθείαν στο πλαίσιο χωρίς ανάρτηση εφαρμοζόταν το αμάξωμα, στερεωμένο με πλαϊνές κολώνες και αφήνοντας ένα μικρό τμήμα του κεντρικού δοκαριού να εξέχει στη πίσω πλευρά. Στην ουσία, το αμάξωμα ήταν ένα επίμηκες κασόνι, κατασκευασμένο με χοντροκομμένες σανίδες, χωρίς καμία ιδιαίτερη επεξεργασία. Η πίσω πλευρά ήταν συνήθως ανοικτή, ενώ στη μπροστινή με μια οριζόντια σανίδα διαμορφωνόταν το κάθισμα του οδηγού. Οι τροχοί ήταν ξύλινοι ακτινωτοί. Οι ακτίνες ξεκίναγαν από τον ξύλινο αφαλό και κατέληγαν στην περιφέρεια του τροχού. Το κέντρο  αφαλού, που ήταν μεταλλικό με  κοίλωμα, εφαρμοζόταν   στον άξονα και στερεωνόταν με τη βοήθεια ενός περικοχλίου (παξιμαδιού).  Περιφερειακά, ο τροχός καλυπτόταν με μεταλλικό  επίσωτρο,  με το οποίο   ερχόταν σε επαφή με το έδαφος.                                                     

Η διάμετρος των μπροστινών τροχών ήταν πάντοτε μικρότερη από αυτήν των πισινών.  Ρουλεμάν δεν υπήρχαν, όπως δεν υπήρχε και σύστημα πέδησης.  Το αμάξι  γενικά ήταν απλό στην κατασκευή  και την αισθητική του. Δεν ήταν χρωματισμένο και με τον καιρό έπαιρνε το   γκριζοκαφέ  χρώμα του ξύλου, που παλιώνει. Για να διευκολύνεται η κύλιση των τροχών, έπρεπε, τακτικά, να γρασάρονται οι   άξονες στα σημεία, που εφαρμόζονταν οι τροχοί.    

  Στις βοϊδάμαξες ήταν απαραίτητη η συνεργασία δυο βοδιών, στον τράχηλο των οποίων ακουμπούσε ο κατάλληλα διαμορφωμένος ζυγός, ο οποίος,  μέσω ενός  χοντρού ξύλινου δοκαριού, συνδεόταν με το μπροστινό φορείο.  Έτσι, ο τράχηλος και των δύο ζώων εξασφάλιζε την έλξη, την αλλαγή κατεύθυνσης αλλά και το φρενάρισμα-οπισθοπορεία του αμαξιού.  Η καθοδήγηση των ζώων γινόταν με ηνία, που ήταν μακριές τριχιές δεμένες στα κέρατά τους.  Ο ζυγός συμπληρωνόταν με κατάλληλα,  εξαρτήματα, ώστε, μετά τη ζεύξη, να μη μπορούν τα βόδια, να απομακρυνθούν.

 Στα ιππήλατα το σύστημα έλξης ήταν πιο περίπλοκο. Αρκούσε και ένα άλογο, αλλά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν βοηθητικά 2ο και 3ο άλογο.  Όλα τα άλογα φορούσαν καπίστρι και λαιμαριά.  Με τη λαιμαριά και ένα ζευγάρι αλυσίδες  το καθένα ασκούσαν ελκτική δύναμη στο μπροστινό φορείο του αμαξιού και συγκρατούσαν το αμάξι σε περίπτωση στάσης σε ανηφόρα.  Το βασικό  άλογο αναλάμβανε επί πλέον  την αλλαγή κατεύθυνσης,  το φρενάρισμα-οπισθοπορεία και να συγκρατεί το αμάξι σε περίπτωση στάσης σε κατηφόρα. Το βασικό άλογο  χρειαζόταν επί πλέον  «εξοπλισμό», τα χάμουρα, προκειμένου να «ζευχθεί» και να μπορέσει να τραβήξει και να διευθύνει το αμάξι. Επί πλέον φορούσε: Ένα  μικρό σαμαράκι στη ράχη του, από το οποίο κρεμόντουσαν δυο θηλιές μέχρι τη μέση του, σε κάθε πλευρά του,  ένα δερμάτινο πλέγμα, που στερεωνόταν στο σαμαράκι  και κάλυπτε τους γλουτούς, (τα καπούλια) του αλόγου, και κατέληγε σε αλυσιδωτά άκρα.  Το καπίστρι του είχε παρωπίδες, που εμπόδιζαν το άλογο να βλέπει στο πλάι και υποδοχείς για τα ηνία. Η αλλαγή κατεύθυνσης και το φρενάρισμα-οπισθοπορεία γινόταν, μέσω ενός πλαισίου σε σχήμα Πι, που εφαρμοζόταν στο μπροστινό φορείο  με άρθρωση κατά οριζόντιο άξονα. Το άλογο έμπαινε ανάμεσα στα σκέλη του Πι, τα άκρα των οποίων ακουμπούσαν  στις θηλιές του σαμαριού.   Τα δυο σκέλη του Πι είχαν  γάντζο, στον οποίο δενόταν η αλυσίδα του δερμάτινου πλέγματος, που απλωνόταν στα καπούλια. Έτσι, ανάλογα με τις εντολές του αμαξά, το άλογο   άλλαζε κατεύθυνση με το σώμα του  και φρενάριζε ή ανάγκαζε σε οπισθοπορεία  το αμάξι με τα οπίσθιά του.   

Η μεταφορική ικανότητα των αμαξιών σε βάρος  πρέπει  να ήταν γύρω στα 800 κιλά (περίπου 650 οκάδες). Η χωρητικότητα του αμαξιού μπορούσε να αυξηθεί, προσθέτοντας «παραπέτα» στα πλαΪνά της καρότσας.  Προκειμένου δε να μεταφέρουν ογκώδη φορτία, (μπάλες άχυρο, δεμάτια, λιανά ξύλα κλπ), τοποθετούσαν στην καρότσα μια σκάρα, που μεγάλωνε το  χώρο φόρτωσης. Η κίνηση στο ίσωμα ήταν εύκολη. Επειδή δεν υπήρχε ανάρτηση και οι δρόμοι ήταν γενικά ανώμαλοι με λακκούβες και πέτρες,  οι κραδασμοί ήταν συνεχείς και μεταφέρονταν αναλλοίωτοι στο αμάξωμα.   Αν τύχαινε, ασυνήθιστος, να είσαι επιβάτης,  τα … έντερά σου  γίνονταν κουβάρι  ακόμα  και για μικρές διαδρομές.   Στις ανηφόρες,  τα πράγματα για τα ζώα ήταν «ζόρικα».  Από τον κάμπο προς το χωριό, μπορούσε κάποιος, να ακολουθήσει την ομαλή διαδρομή, γύρω από τη «Λάκκα», μέσω της τοποθεσίας «Πορτάρα». Κανείς, όμως, δεν ακολουθούσε τη διαδρομή αυτή, αλλά όλοι προτιμούσαν την πιο σύντομη, μέσω «Σταυρού»,  που περιελάμβανε αρκετή ανηφόρα.  Το ανηφορικό αυτό τμήμα αποτελούσε δοκιμασία και για τον αμαξά και για τα ζώα, όταν το αμάξι ήταν φορτωμένο.  Τα βόδια κινούνταν αργά και άγαρμπα, αλλά τα κατάφερναν καλύτερα στην ανηφόρα.  Με το αργό τους βήμα τράβαγαν γερά και σιγά σιγά  το αμάξι κύλαγε. Για τα άλογα η καλύτερη τους ήταν στο ίσωμα.  Μπορούσαν να κινηθούν με περισσότερη άνεση και όπως είναι στη φύση τους, μπορούσαν να επιταχύνουν τον βηματισμό τους.  Βλέποντας τα άλογα, άλλαζε η  διάθεσή σου. Η εξωτερική εμφάνιση, το γρήγορο και στρωτό βάδισμα,  χωρίς καλπασμό, έδιναν μια όμορφη οπτική εντύπωση. Καμιά φορά, χάντρες στόλιζαν τα χαλινάρια των αλόγων.  Ακόμα θυμάμαι τον «Αστέρη», ένα κοκκινωπό άλογο με ένα άσπρο σημάδι σε σχήμα αστεριού στο μέτωπο, και τη μαυριδερή φοράδα  δίπλα του,  που με χάρη και πείσμα  τράβαγαν  το αμάξι.  Οι γνωστές ιππήλατες,  πολυτελείς επιβατικές άμαξες, που ακόμα και σήμερα  υπάρχουν σε ορισμένες τουριστικές περιοχές, δεν υπήρχαν στο Μαντούδι.  Τέτοια άμαξα διέθετε  ο μεγαλοκτηματίας του διπλανού χωριού και καμιά φορά τη βλέπαμε, να έρχεται στο Μαντούδι και τη χαζεύαμε.  Η άμαξα αυτή, σχεδόν ακέραιη, υπάρχει σήμερα στο  Λαογραφικό μουσείο της Αγίας Άννας.

.

Τα ζώα ήταν ανεκτίμητοι βοηθοί  για τους  ανθρώπους. Η συνεργασία ανθρώπων  και ζώων  δεν ήταν ισότιμη και η σχέση τους  δεν  ήταν πάντα «αγαπησιάρικη». Οι απαιτήσεις της δουλειάς και η πίεση του χρόνου μεταφέρονταν στα ζώα. Υπήρχε και ένα ιδιότυπο λεξιλόγιο,  που  υποτίθεται ήταν κατανοητό από τα ζώα, με το οποίο παρότρυναν ή κατεύθυναν τα ζώα. Κάθε είδος ζώου καταλάβαινε τις δικές του «λέξεις». Ακουγόταν τα : «πρρτ», «ντε»  «άιτ»  «όι» «σι» και άλλα παρόμοια που δεν μπορούν να αποδοθούν με γράμματα. Όταν όμως αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, θεωρούσαν φυσιολογικό, να εφαρμόσουν  βία. Με χοντρή βέργα (ματσούκ΄) ή το μαστίγιο (καμτσίκ’) κτυπούσαν τα οπίσθια των γαϊδουριών και αλόγων και με  τη βουκέντρα  τσίμπαγαν τα οπίσθια των βοδιών.  Μερικές φορές τα αφεντικά έχαναν την ψυχραιμία τους, κτυπούσαν  βίαια τα ζώα, ακόμα και στο πρόσωπο, τα αποκαλούσαν «πλαντάμια» και τα βρίζανε. Μου έχει μείνει έντονα η  εικόνα ενός αναβάτη γαϊδάρου, ο οποίος με ένα σιδερένιο εργαλείο κτύπαγε δυνατά τα καπούλια του ζώου, για να το αναγκάσει να κινηθεί γρήγορα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα ζώα σαστίζανε, χωρίς φυσικά να καταλαβαίνουν πολλά και σου δημιουργούσαν την εντύπωση, ότι έλεγαν: «γιατί με χτυπάς;».  Άλλες φορές και αυτά θύμωναν και γινόντουσαν επιθετικά,  χρησιμοποιώντας  ως όπλα τα δόντια, τα πίσω πόδια ή τα κέρατα.

  Ως ελάχιστη ανταμοιβή τους, οι ιδιοκτήτες   όφειλαν, να φροντίζουν  τα ζώα. Να  παρέχουν τροφή, νερό, λίγο χρόνο ξεκούρασης, κάποια καθαριότητα και  μια  στέγη για τις δύσκολες ημέρες του χειμώνα.  Η ιατρική περίθαλψη ήταν υποτυπώδης και εμπειρική.   Όταν σταμάταγε η δουλειά και για να τα ταΐσουν, ανέξοδα, τα πηγαίνανε στο Λιβάδι. Ήταν ο χώρος, δίπλα στην πηγή της Δάφνης, που ήταν υγρός, δεν τον καλλιεργούσανε και είχε όλο τον χρόνο πρασινάδα.   Εκεί, ή τα δένανε σε παλούκια, που μπήγανε στο έδαφος, ή δένανε τα ποδάρια τους, ώστε να  μπορούν να κάνουν μικρά βήματα, για να βοσκούν, αλλά να μη μπορούν να απομακρυνθούν πολύ.  Άλλες φορές τα φύλαγαν σε  στάβλους ή τις αυλές και τα τάιζαν με  σανό ή ξηραμένο τριφύλλι ή  καρπό, συνήθως βρώμη, (βρουμάρ’), που είναι πιο θρεπτική τροφή. Βλέπαμε συχνά  ζώα να έχουν βυθισμένη τη μούρη τους σε ένα σακούλι με καρπό, που κρεμιόταν από το κεφάλι τους.    Γραφικές ήταν οι εικόνες των «ξαπλωμένων βοδιών», που ήταν «παρκαρισμένα» στις αυλές ή ακόμα στο δρόμο, έξω από τα  σπίτια  και ως μηρυκαστικά, μασάγανε συνεχώς.   Το πότισμα των ζώων,  στον κάμπο, γινόταν στην  πηγή της Δάφνης, που ακόμα και σήμερα έχει ένα μεγάλο λάκκο, στον οποίο αναβλύζει φρέσκο καθαρό νερό. Τα ποτάμια,  τα αυλάκια  αλλά και κουβάδες με νερό ξεδίψαγαν τα ζώα.  Το περίεργο είναι, ότι ενώ τα ζώα έτρωγαν  με κάθε ευκαιρία, έπιναν μια γενναία ποσότητα νερού, μόνο μία ή δυο φορές την ημέρα. Αντίστοιχα,  συχνά,  σκορπούσαν   στερεά απόβλητα, ακόμα και κινούμενα, αλλά άδειαζαν την κύστη τους,  σε πολύ αραιά διαστήματα και μόνο σταματημένα.  Το άλλο περίεργο  ήταν,  το ότι  τα αφεντικά σφύριζαν ιδιόμορφα, όταν ποτίζανε τα ζώα. Υποτίθεται, ότι το σφύριγμα παρότρυνε και βοηθούσε τα ζώα να πιούν.  Ακριβή, όμως, εξήγηση δεν  μπορώ να δώσω.  Τα ζώα, είτε εργαζόμενα, είτε αναπαυόμενα είχαν να αντιμετωπίσουν τα μικρά ή μεγάλα έντομα, που συνεχώς τα ενοχλούσαν και τα τσιμπολογούσαν. Τα άλογα προτιμούσαν ειδικές πρασινωπές μύγες, οι αλογόμυγες. Τα  νταβάνια ήταν μεγαλόσωμα έντομα, που σήμερα σπάνια τα βλέπουμε, τα οποία ρουφούσαν το αίμα των ζώων προκαλώντας πληγές.  Κτυπώντας  την ουρά τους ή προκαλώντας ένα τρέμουλο στο δέρμα τους, απομάκρυναν τα έντομα, αλλά μόνο  προσωρινά. Ούτε τα  ίδια, ούτε τα αφεντικά τους είχαν τη δυνατότητα, να λύσουν ριζικά το πρόβλημα και ήταν αναγκασμένα να ανέχονται συνεχώς την παρουσία των εντόμων. Κατά την ανάπαυσή τους, τα γαϊδούρια, χωρίς το σαμάρι στη ράχη τους  συχνά  «κυλιόντουσαν»,  δηλαδή ξαπλώνανε σχεδόν ανάσκελα, ξύνανε το κορμί στο έδαφος και κουνούσαν πόδια.  Ήταν κάτι σαν «αυτομασάζ,» που προφανώς το απολάμβαναν, γιατί  τα ανακούφιζε και τα απάλλασσε από τυχόν παράσιτα. 

Μια άλλη «υπηρεσία», που ήταν αναγκαία για τα γαϊδούρια, τα άλογα και τα μουλάρια, ήταν το πετάλωμα. Τα  άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια, που  σε κάθε πόδι έχουν μια οπλή,  την  οποία προστάτευαν, φορώντας «σιδερένια παπούτσια», τα πέταλα, που είχαν περίπου σχήμα Ω και καρφώνονταν στις πατούσες. Το πετάλωμα το έκαναν σιδεράδες και η όλη διαδικασία αποτελούσε για μας ένα θέαμα. Το εντυπωσιακό ήταν,  ότι τα ζώα    έδειχναν κατανόηση και συμμετείχαν ευχάριστα  στη διαδικασία. Με απλή εντολή «σήκου του»,  (σηκωσέ το), άφηνε να του σηκώσουν  και να λυγίσουν το πόδι, για να υπάρχει πρόσβαση στην πατούσα του και υπομονετικά περίμενε να τελειώσουν.   Ο σιδεράς   αφαιρούσε με ειδικά εργαλεία το φθαρμένο πέταλο, καθάριζε την οπλή και κάρφωνε το καινούργιο πέταλο με ειδικά καρφιά.  Όταν τελείωνε το κάρφωμα, άφηναν το πόδι και όλα ήταν εντάξει. Τα καρφιά καρφώνονταν στη χοντρή κεράτινη οπλή και δεν προκαλούσαν πόνο.  Συνέπεια του πεταλώματος ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος, που έβγαινε, όταν τα ζώα περπατούσαν.  Τα βόδια με τις δύο οπλές σε κάθε πόδι,  δεν είχαν ανάγκη ανάλογης προστασίας. 

Τα ζώα ήταν γενικά ήρεμα, υπάκουα και δούλευαν σκληρά. Με τα αρσενικά υπήρχε όμως πρόβλημα, όταν ξυπνάγανε οι γενετήσιες ορμές τους. Η έντονη ερωτική επιθυμία τα  έκανε ανυπάκουα και επικίνδυνα.  Αναγκαστικά, κατά τη μικρή τους ηλικία, περνούσαν από τη «δυσάρεστη» διαδικασία του ευνουχισμού.  Οι περισσότεροι, λοιπόν, μεγαλώνανε ως καστράτοι  και δούλευαν  σκληρά, χωρίς να έχουν άλλα ενδιαφέροντα. Υπήρχαν και λίγοι «τυχεροί», οι «βαρβάτοι» που παρέμεναν ακέραιοι και επί πληρωμή των αφεντικών τους, αναλάμβαναν τη γονιμοποίηση των θηλυκών, προσφέροντας μια ακόμα υπηρεσία.   Τα μουλάρια δεν είχαν πρόβλημα, γιατί από τη φύση τους τα ζώα αυτά δεν αποκτούν απογόνους.   

Τα ζώα δεν μιλούν, αλλά δεν είναι άφωνα.  Για διαφόρους λόγους αισθάνονταν την επιθυμία να φωνάξουν και το έκαναν. Το γκάρισμα των γαϊδάρων, το χλιμίντρισμα των αλόγων και το μούγκρισμα των βοδιών είναι ήχοι, που σήμερα δεν ακούγονται, αλλά την εποχή εκείνη ήταν συνυφασμένοι με την καθημερινή ζωή.

Για μικρά φορτία και κοντινές αποστάσεις  οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν  μικρά τροχοφόρα με μια ή δύο ρόδες, τα καρότσια, τα οποία έσερναν ή ωθούσαν οι ίδιοι.  Συχνά, βλέπαμε ένα  είδος καροτσιού με μια ρόδα, που σήμερα έχει εξαφανιστεί. Ουσιαστικά ήταν ένα είδος ξύλινης σκάρας σε σχήμα τριγωνικό. Τα πλαϊνά δοκάρια συνέκλιναν στο ένα άκρο και στηριζόντουσαν σε άξονα με περιστρεφόμενο τροχό.  Τα  αποκλίνοντα άκρα  ήταν οι χειρολαβές. Εγκάρσια σανίδια ένωναν τα πλαϊνά δοκάρι και σχημάτιζαν τη σκάρα. Το φορτίο έμπαινε πάνω στη σκάρα, κοντά στο άκρο με τον τροχό. Σηκώνοντας και σπρώχνοντας το καρότσι το φορτίο μεταφερόταν με μικρότερο  κόπο, γιατί λειτουργούσε σαν είδος μοχλού. Καρότσια με μια ρόδα ή δύο ρόδες και σήμερα χρησιμοποιούνται αλλά το συγκεκριμένο είδος με τη σκάρα και τη μια ρόδα έχει εκλείψει.

 

 

 

 

 


                                         ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ                                                                                                    Οι εφαρμογές  και η ανάπτυξη της τεχνολογίας   προϋποθέτουν ύπαρξη  πηγών, που παρέχουν τα κατάλληλα υλικά και την απαραίτητη ενέργεια.  Οι πηγές αυτές ορίζονται,  ως  ανανεώσιμες, όταν σχετίζονται με τον κύκλο ζωής των έμβιων όντων και άλλων διαρκών φυσικών φαινομένων.  Άλλες σπουδαίες και απαραίτητες πηγές είναι μη ανανεώσιμες.  Από την αυγή του τεχνολογικού πολιτισμού, οι άνθρωποι ανακάλυψαν,  ότι σε ορισμένες περιοχές,  σκάβοντας το έδαφος, βρίσκουν πολύτιμα υλικά, απαραίτητα για τις τεχνολογικές εφαρμογές.  Τα μεταλλεύματα, από τα οποία προέρχονται τα μέταλλα, πολλά μη μεταλλικά υλικά και καύσιμα, προέρχονται από κοιτάσματα, που υπάρχουν σε ορισμένα σημεία του εδάφους και του υπεδάφους της Γης, όπου με κάποια «πρόνοια» τα Φύσης  δημιουργήθηκαν, σε κάποια μακροχρόνια περίοδο του μακρινού  παρελθόντος.  Η ποσότητα των κοιτασμάτων  δεν είναι απεριόριστη και η εκμετάλλευσή τους κάποτε φθάνει στο τέλος.  Κάθε τόπος λοιπόν, που διαθέτει κάποιου είδους χρήσιμου κοιτάσματος, θεωρείται προνομιούχος.

Το Μαντούδι και η γύρω περιοχή, εκτός των άλλων, ευνοήθηκε από τη Φύση και έγινε τόπος συγκέντρωσης ενός σημαντικού μεταλλεύματος, του μαγνησίτη, που αποκαλείται και λευκόλιθος, λόγω του άσπρου χρώματος. Ονομάζεται μαγνησίτης, γιατί το κύριο συστατικό του είναι το μέταλλο μαγνήσιο. Στα  όρια  του  σημερινού Δήμου Μαντουδίου –Λίμνης- Αγιας Άννας, σε έναν άξονα   με κατεύθυνση περίπου Ανατολή-Δυση, από Πήλι έως Λίμνη, δημιουργήθηκαν αρκετά και σημαντικά κοιτάσματα λευκολίθου.  Η ύπαρξη των κοιτασμάτων αυτών έγινε γνωστή  στα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε και άρχισε η εκμετάλλευσή τους από εταιρείες, που το εξόρυσσαν, το καθάριζαν και  το εξήγαγαν, χωρίς καμία επεξεργασία, στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης.  Από τις αρχές του 20ου αιώνα, δημιουργήθηκαν και εδώ εγκαταστάσεις θερμικής κατεργασίας του εξορυσσόμενου υλικού. Τα μεταλλεία της περιοχής Μαντουδίου, δηλαδή οι χώροι εξόρυξης μεταλλευμάτων, έχουν μια ιστορία  150 χρόνων περίπου, αλλά οι εργασίες δεν είναι συνεχείς, γιατί οικονομικοί και τεχνολογικοί παράγοντες επηρεάζουν πολύ τη δυνατότητα εκμετάλλευσης.  Ως αποτέλεσμα, κατά τη 150χρονη αυτή ιστορία, είχαμε περιόδους ακμής και περιόδους ύφεσης,  στη λειτουργία των μεταλλείων

     
     
ΠΑΛΛΙΕΣ ΚΑΜΙΝΑΔΕΣ ΣΤΟΥΣ ΦΟΥΡΝΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΑΦΝΟΠΟΤΑΜΟ
                                                    
 
 


Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50,  στο Μαντούδι, δραστηριοποιούνται δυο εταιρείες γνωστές με το όνομα των ιδιοκτητών Σκαλιστήρης και Λαμπρινίδης, με χώρους  θερμικής επεξεργασίας, αντίστοιχα, στην τοποθεσία Φούρνοι στα ανατολικά του οικισμού και στην τοποθεσία Δαφνοπόταμος, στο νοτιοανατολικό άκρο της παραλίας Κυμασίου. Στο Κυμάσι, κάθε εταιρεία είχε τη δική της «σκάλα», δηλαδή, την εγκατάσταση φόρτωσης του μεταλλεύματος, είτε ακατέργαστου, είτε κατεργασμένου. Το ακατέργαστο ήταν πάντα χύμα, ενώ το κατεργασμένο μπορούσε να είναι και συσκευασμένο. Οι Φούρνοι εξακολουθούν και σήμερα να είναι κέντρο επεξεργασίας, ενώ στο Δαφνοπόταμο παραμένουν τα κουφάρια των παλιών εγκαταστάσεων. 

΄

Η λειτουργία των μεταλλευτικών εταιρειών δημιούργησε στο Μαντούδι αλλά και σε όλη τη βορειοκεντρική Εύβοια μια τάξη εργατών, μεταλλωρύχων, οι οποίοι συνυπήρχαν με τους αποκλειστικά γεωργούς.  Είχαν και το σωματείο τους, με γραφείο στην πλατεία του χωριού. Η δουλειά των  μεταλλωρύχων ήταν πολύ σκληρή, ιδιαίτερα στους χώρους εξόρυξης. Επικρατούσαν ακόμα οι παραδοσιακοί τρόποι εξόρυξης, που βασίζονταν στην σωματική εργασία των εργατών, με περιορισμένη μηχανική υποστήριξη. Η εξόρυξη γινόταν κυρίως με διάνοιξη στοών, που έκανε τις συνθήκες ακόμα πιο δύσκολες και επικίνδυνες.  Το φως της ημέρας χανόταν μέσα στις στοές και κάθε εργάτης  είχε το προσωπικό του φωτιστικό μέσο, που ήταν η ξεχασμένη σήμερα λάμπα ασετυλίνης. Τα ηλεκτρικά φανάρια δεν είχαν εμφανιστεί τότε. Όσοι είχαμε γονείς μεταλλωρύχους, είχαμε και την εμπειρία και τη γνώση της λάμπας ασετυλίνης, (συντιλίν). Η ασετυλίνη είναι ένα εύφλεκτο αέριο, που παράγεται με την   επίδραση νερού σε ανθρακασβέστιο, που είναι στερεό και οι  εργάτες  το αποκαλούσαν και αυτό «συντιλιν’». Η λάμπα ασετυλίνης αποτελείτο από δύο τμήματα, που συνδέονταν, αεροστεγώς. Στο κάτω έμπαινε το ανθρακασβέστιο και στο πάνω το νερό. Με το άνοιγμα μιας βαλβίδας πέρναγε νερό στο κάτω μέρος και παραγόταν ασετυλίνη. Η ασετυλίνη διοχετευόταν σε ένα ακροφύσιο, (μπεκ), όπου καιγόταν με λαμπερή φλόγα και έβγαζε φως.  Οι εργάτες περπατούσαν κάθε μέρα,  για να πάνε στη δουλειά τους, αν  ο τόπος της διαμονής τους ήταν σχετικά κοντά στους τόπους  εργασίας. Αν το σπιτικό τους ήταν μακριά,  διέμεναν σε μικρά σπιτάκια, που έφτιαχναν οι εταιρείες κοντά  στους χώρους εργασίας. Οι  πιο κοντινές στο Μαντούδι τοποθεσίες εξόρυξης ήταν ο Πύργος και το Παρασκευόρεμα, αλλά μεταφερόταν μετάλλευμα και από πιο μακρινές περιοχές, κυρίως από  τοποθεσίες, κοντά στο χωριό Τρούπι.   

ΛΑΜΠΑ ΑΣΕΤΥΛΙΝΗΣ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΥ

ΒΑΓΟΝΕΤΟ ΜΕ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ

Εμείς οι πιτσιρικάδες δεν μπορούσαμε να έχουμε  άμεση αντίληψη των εργασιών, αλλά ότι σχετικό με τα μεταλλεία, αντιλαμβανόμασταν, ήταν εντυπωσιακό.  Η μεταφορά του μεταλλεύματος, (για τους  απλούς ανθρώπους  η λέξη μετάλλευμα ήταν απρόσιτη, και χρησιμοποιούσαν τη λέξη μεταλλείο, εννοώντας μετάλλευμα),  από τις απομακρυσμένες περιοχές στους χώρους επεξεργασίας και στις αποθήκες προς φόρτωση, γινόταν με μικρά, για τα σημερινά δεδομένα, φορτηγά αυτοκίνητα, χρώματος μπλε, τα οποία κάθε μέρα διέσχιζαν τον κεντρικό  χωμάτινο δρόμο του χωριού, προκαλώντας κίνηση, ασυνήθιστη  για τα δεδομένα της εποχής.   Σε άλλους χώρους, η μεταφορά γινόταν με  εναέρια βαγονέτα, που κρέμονταν από συρματόσχοινα, είτε με βαγονέτα, κινούμενα σε σιδηροτροχιές.  Οι σιδηροτροχιές διείσδυαν και στο εσωτερικό των στοών. Εκεί, οι εργάτες φόρτωναν και έσπρωχναν τα βαγονέτα, για να εξάγουν το μετάλλευμα.  Πηγαίνοντας προς το Κυμάσι, βλέπαμε τις καμινάδες των εγκαταστάσεων, να βγάζουν άσπρο καπνό και  όταν κάπως μπορούσαμε να πλησιάσουμε, διακρίναμε το ερυθροπυρωμένο  μετάλλευμα, στη βάση των φούρνων.   Στις εγκαταστάσεις «Φούρνοι»,  υπήρχε και υπάρχει ακόμα μια πιο ψηλή καμινάδα, που  είναι  χαρακτηριστικό στοιχείο των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της παλαιότερης εποχής και έδινε μια «βιομηχανική όψη» στην περιοχή. Οι  παλιές βιομηχανίες έπρεπε να παράγουν την κινητική ενέργεια, που είχαν ανάγκη, με ατμομηχανές. Οι ψηλές καμινάδες εξασφάλιζαν την καλύτερη καύση των γαιανθράκων, που χρησιμοποιούσαν σαν πηγή ενέργειας. Σήμερα οι βιομηχανίες τροφοδοτούνται με ηλεκτρική ενέργεια. Αν χρειάζεται κάποια καύση αυτή εξασφαλίζεται με άλλα μέσα και έτσι οι ψηλές  καμινάδες είναι «ιστορία». Οι Φούρνοι  και  το Κυμάσι συνδέονταν με μια  «μεγάλη  σιδηροδρομική γραμμή».  Στη γραμμή αυτή κυκλοφορούσαν συρμοί, φορτωμένων με μετάλλευμα βαγονέτων, που τα έσερναν μηχανές.  Είχαμε δηλαδή μια υποτυπώδη εμπειρία λειτουργίας πραγματικών τραίνων, που  η Εύβοια δεν είχε ποτέ.   Για να διατηρηθεί η γραμμή οριζόντια, έγιναν  εκσκαφές και επιχωματώσεις, που παραμένουν και σήμερα και κάνουν ορατή τη διαδρομή, αν και οι σιδηροτροχιές έχουν ξηλωθεί.  

 

ΥΠΕΡΥΨΩΜΕΝΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΒΑΓΟΝΕΤΩΝ ΦΟΥΡΝΟΙ - ΚΥΜΑΣΙ
 

ΡΑΓΕΣ ΒΑΓΟΝΕΤΩΝ ΣΤΟ ΔΑΦΝΟΠΟΤΑΜΟ
                          

Εκεί, που είχαμε κάτι σαν πανηγύρι, ήταν, όταν ερχόταν καράβι για να φορτώσει μετάλλευμα, που πούλαγαν οι εταιρείες.  Ο όρμος του Κυμασίου δεν  είναι υπήνεμος και δεν είχε λιμενικές διευκολύνσεις. Η φόρτωση του  μεταλλεύματος μπορούσε να γίνει, όταν ο καιρός το επέτρεπε. Αν χάλαγε ο καιρός, το καράβι κατέφευγε σε υπήνεμη τοποθεσία, στα απέναντι νησιά.   Η όλη όμως διαδικασία ήταν περίπλοκη και απαιτούσε απασχόληση πολλών ανθρώπων. Η φόρτωση  ήταν μια ευκαιρία για έκτακτη απασχόληση πολλών μη τακτικών εργατών και κυρίως νέων.   Το καράβι παρέμενε σε κάποια απόσταση στα βαθιά, περίπου στο ύψος του σημερινού λιμανιού και στερεωνόταν με τις άγκυρες του και δυο χοντρά παλαμάρια, που δένονταν σε δέστρες, στερεωμένες στη βραχώδη ακτή της παραλίας. Οι δέστρες υπάρχουν και  σήμερα.  Ένα ή δυο  χοντρά παλαμάρια  συνέδεαν το καράβι με τη σκάλα φόρτωσης. Η σκάλα φόρτωσης ήταν μια αποβάθρα,    κατασκευασμένη με ξύλινα δοκάρια και σανίδια, που   διείσδυε στη θάλασσα σε βάθος αρκετό, για να προσεγγίζουν οι  μαούνες, ειδικές μεγάλες ξύλινες βάρκες με αρκετό χώρο για φόρτωση μεταλλεύματος. Από τα σημεία αποθήκευσης μέχρι την άκρη της σκάλας, υπήρχαν σιδηροτροχιές,  πάνω στις οποίες κινούνταν βαγονέτα. Αν η φόρτωση αφορούσε χύμα υλικό, οι εργάτες το φόρτωναν με πιρούνες  στα βαγονέτα.  Στη συνέχεια έσπρωχναν, τα βαγονέτα, τα ζύγιζαν σε γεφυροπλάστιγγα και τα έφθαναν στην άκρη της  σκάλας φόρτωσης.  Για να διευκολύνουν την κίνηση, άλειβαν τις σιδηροτροχιές με μηχανόλαδο. Στο άκρο της σκάλας υπήρχε ένας οχετός (ρίχτης), στον οποίο άδειαζαν τα βαγονέτα με ανατροπή της σκάφης τους. Το υλικό έπεφτε κατ’ ευθείαν στη μαούνα, που στεκόταν ακριβώς από κάτω.   Οι μαούνες δεν είχαν σύστημα προώθησης - πλοήγησης.   Όταν γέμιζε η μαούνα, οι εργάτες της μαούνας, οι μαουνιέρηδες, τράβαγαν το ένα από τα παλαμάρια, που κατέληγε στο καράβι και μετέφεραν, μέσω του σώματος τους, ωστική δύναμη στη μαούνα, η οποία έτσι έφθανε στο καράβι. Εκεί, τα βίντσια του καραβιού έριχναν μεγάλους κουβάδες, τους οποίους γέμιζαν οι μαουνιέρηδες. Τα βίντσια μετέφεραν τελικά το υλικό στα αμπάρια του πλοίου. Η μαούνα επέστρεφε στη σκάλα με τον ίδιο τρόπο. Με το δεύτερο παλαμάρι μπορούσαν να εργάζονται περισσότερες της μιας μαούνες και να επιταχύνεται η φόρτωση. Η όλη εικόνα ήταν εντυπωσιακή.  Βαγονέτα και μαούνες να πηγαινοέρχονται, άνθρωποι παντού. Φωνές, φασαρίες, ήχοι χαρακτηριστικοί,  όλα ανακατεμένα.   Μετά από λίγες ημέρες, όσοι είχαν εργαστεί  στη φόρτωση, μαζευόντουσαν περιχαρείς σε ένα καφενείο στην πλατεία, όπου ένας υπάλληλος της εταιρείας τους πλήρωνε.

 Οι εγκαταστάσεις φόρτωσης της εταιρείας Σκαλιστήρη ξηλώθηκαν πριν αρκετά χρόνια και σήμερα δεν υπάρχει ίχνος από αυτές. Η βάση της σκάλας της εταιρείας Λαμπρινίδη, που είναι  τσιμεντένια υπάρχει ακόμα, ενώ διακρίνονται και αρκετά κομμάτια σιδηροτροχιών, χωμένων στο έδαφος.  Δυστυχώς, δεν υπήρξε μέριμνα για την διατήρηση κάποιων από τα μέσα εκείνης της εποχής.  Και τα βαγονέτα και οι  ξύλινες μαούνες αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου και  έχουν εξαφανιστεί πια.

ΔΕΣΤΡΑ ΠΛΟΙΩΝ ΣΤΟ ΚΥΜΑΣΙ

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ ΣΚΑΛΑΣ ΦΟΡΤΩΣΗΣ ΔΑΦΝΟΠΟΤΑΜΟΥ


Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, υπήρξε μεγάλη ύφεση στην εκμετάλλευση Λευκολίθου.  Σχεδόν όλοι οι εργάτες έχασαν τη δουλειά τους και ξεκίνησε ένα κύμα εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Κάποιοι  πήγαν στο Βέλγιο, όπου   δούλεψαν σε υπόγεια ανθρακωρυχεία. Η Σέριφος με μεταλλεία σιδηρομεταλλέυματος και η Ελευσίνα με  μεταλλεία βωξίτη ήταν τόποι απασχόλησης αρκετών Μαντουδιανών.  Η εκμετάλλευση ξαναξεκίνησε στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Ακολούθησε μια 30ετία έντονης δραστηριότητας με  νέες εγκαταστάσεις και μοντέρνο για την εποχή σταθερό και κινητό εξοπλισμό. Σχεδόν όλοι οι Μαντουδιανοί απασχολήθηκαν στα μεταλλεία και υπήρξε συρροή εργατών από όλη την Ελλάδα.  Το πανηγύρι, όμως, τέλειωσε άδοξα. Με το τέλος του 20ου αιώνα όλα είχαν τελειώσει. Η «προίκα», που έδωσε η  Φύση στο Μαντούδι, «φαγώθηκε»  και σπαταλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, η δε εκμετάλλευση έγινε ασύμφορη. Είναι όμως βέβαιο, ότι, παρά  την εξάντληση αρκετών κοιτασμάτων, εξακολουθούν να υπάρχουν κοιτάσματα, που θα έχουν ενδιαφέρον στο μέλλον.  Η μελλοντική  εκμετάλλευση, πρέπει να γίνει με σύνεση,  και ορθολογιστική  αξιοποίηση των κοιτασμάτων.

 

 



 

   

 

 

 





1 σχόλιο:

Tα σχόλια οσο το δυνατόν φιλτράρονται ως προς το ύφος και το ήθος τους.
Kάθε υβριστικό ,προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται .
Εγκρίνονται μόνο τα μηνύματα στα οποία εκφράζονται υγιείς απόψεις.
Ο κάθε σχολιαστής υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιο του και είναι υπεύθυνος έναντι των νόμων.
Το ΜΑΝΤΟΥΔΙ NEWS δεν ενστερνίζεται και δεν φέρει καμία ευθύνη για όσα γράφουν οι αναγνώστες στα σχόλια τους.